Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Ο ΜΙΧΑΛΟΛΙΑΚΟΣ, Ο ΚΑΙΣΑΡΑΣ ΚΑΙ Η ΒΙΚΗ


...ή αλλιώς,

Περί επιπολαιότητας και προκατάληψης


Δεν έχει μείνει, φαντάζομαι, ιντερναύτης για ιντερναύτης εν Ελλάδι, που να μην παρακολούθησε το περίφημο βίντεο της συνέντευξης του Νίκου Μιχαλολιάκου μετά τις εκλογές. Δεν σταθώ εδώ στα όσα σχολιάστηκαν μέχρις αηδίας - τη ναζιστική έπαρση, την φασιστική συμπεριφορά, τις εθνικιστικές κορώνες, τους ρατσιστικούς αφορισμούς, την αγένεια - αλλά σε μια λεπτομέρεια από την οποία αρπάχτηκαν και άλλοι για να του καταλογίσουν, εκτός όλων των άλλων, και αμορφωσιά:

Veni, vidi, vici

δήλωσε, μεταξύ άλλων, ο Νίκος Μιχαλολιάκος, και για διευκόλυνση όσων δεν θέλουν να καθήσουν να δουν το βίντεο για να ακούσουν τη συγκεκριμένη φράση:

Βένι, βίντι, βίκι

γεγονός που έδωσε αφορμή σε πλείστα όσα σχόλια. Ορισμένοι αναρωτήθηκαν τι θέλει και μιλάει αφού δεν ξέρει, άλλοι δήλωσαν ότι πιάστηκε η κοιλιά τους από τα γέλια, ενώ πολλοί εκφράσθηκαν ειρωνικά για την αμορφωσιά του. Ο λόγος για την προφορά τής τελευταίας λέξης, την οποία θεώρησαν ότι έπρεπε να την έχει προφέρει "βίτσι" και όχι "βίκι".

Εγώ λατινομαθής δεν είμαι και το έχω δηλώσει ξανά στο διαδίκτυο. Τελείωσα πρώτη δέσμη, και είχα την ατυχία να φοιτήσω σε μια εποχή που τα αρχαία ελληνικά διδάσκονταν μόνο στο λύκειο,με αποτέλεσμα να κάνω μόνο δύο χρόνια, αφού τη χρονιά της δέσμης εμείς στην πρώτη δεν κάναμε αρχαία, και τα λατινικά μόνο στην τρίτη λυκείου και μόνο στην τρίτη δέσμη, με αποτέλεσμα να μην τα διδαχθώ καθόλου. Επειδή όμως μου αρέσουν οι γλώσσες και η εγκυκλοπαιδική μόρφωση, αγόρασα τα βιβλία του λυκείου - τα "Λατινικά λυκείου" των Πασχάλη και Σαβαντίδη, με τα κειμενάκια, και την "Λατινική γραμματική" του Αχιλλέα Τζάρτζανου - και μελέτησα μόνη μου, για να αποκτήσω τουλάχιστον μια γενική ιδέα. Ανάμεσα στα άλλα που έμαθα εκεί μέσα, ήταν ότι το C στα κλασσικά λατινικά προφέρεται πάντοτε Κ - πράγμα που σημαίνει ότι το vici, σύμφωνα τουλάχιστον με τους κανόνες που δέχεται ο Τζάρτζανος, διαβάζεται όντως βίκι.

Να λοιπόν που ο Μιχαλολιάκος ήταν σωστός, τουλάχιστον στο θέμα της εκφοράς της περίφημης φράσης του Ιούλιου Καίσαρα - ή τουλάχιστον θυμόταν τα λατινικά που έμαθε στο λύκειο, και άρα το όποιο λάθος μπορούμε να το καταλογίσουμε στον Αχιλλέα Τζάρτζανο και όχι στην αμορφωσιά του Μιχαλολιάκου.

Θα μπορούσε φαντάζομαι κάποιος να έχει αντίρρηση ως προς την ερασμιακή προφορά που χρησιμοποίησε ο Μιχαλολιάκος και να επιχειρηματολογήσει σχετικά. Θα μπορούσε φερ' ειπείν να αντιπαραβάλει τα εκκλησιαστικά λατινικά, όπου το vici όντως διαβάζεται βίτσι. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι, αφού είναι τόσο καθαρολόγος και προφέρει το C ερασμιακά, θα πρέπει να προφέρει και το V ως ΟΥ, μια που στα κλασσικά λατινικά δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ V και U. Όμως εγώ δεν είδα αντιρρήσεις αλλά ειρωνείες περί αμορφωσιάς - πράγμα που σημαίνει ότι πολλοί δεν γνώριζαν καν την ύπαρξη της Ερασμιακής προφοράς. Δηλαδή, όσοι σχολίασαν δυσμενώς την λατινική προφορά του Μιχαλολιάκου, δεν γνώριζαν καν λατινικά - διότι αν γνώριζαν, θα είχαν τουλάχιστον ακουστά την προφορά αυτή.

Και αναρωτιέται κανείς: δεν ήξεραν, δεν ρώταγαν;

Σίγουρα κανείς δεν δικαιούται να επικαλεστεί αδυναμία πληροφόρησης. Ζούμε στην εποχή της πληροφορίας. Όποιος ψάχνει, βρίσκει. Κατά ειρωνικό τρόπο μάλιστα η πληροφορία για το βίκι βρίσκεται πολύ ευκολα ακόμη και στην Βικιπαίδεια, γνωστή με το χαϊδευτικό Βίκη. Η Βίκη λοιπόν μας πληροφορεί ότι η προφορά αυτή προτάθηκε από τον Έρασμο στο έργο του Dialogus de recta Latini Graecique sermonis pronuntiatione (Διάλογος περί της ορθής προφοράς του λατινικού και του ελληνικού λόγου). Εκεί μαθαίνουμε επίσης ότι το CE, CI διαβαζόταν πριν τον Έρασμο ως ΤΣΕ, ΤΣΙ, όπως στα σύγχρονα ιταλικά. Αλλά ο Έρασμος διατύπωσε επιφυλάξεις οι οποίες και έγιναν δεκτές ως φαίνεται από την επιστημονική κοινότητα, διαφορετικά δεν θα βλέπαμε την προφορά αυτή στη γραμματική του Τζάρτζανου, φαντάζομαι.

Γιατί λοιπόν τόσο πολύς κόσμος ένιωθε τόσο σίγουρος ότι το vici προφέρεται βίτσι, και γιατί ένιωθαν όλοι τόσο δικαιωμένοι στις κατηγορίες τους;

Ως προς το πρώτο, θα έλεγα ότι φταίει η επιπολαιότητα αφ' ενός, και η τεράστια αδιαφορία γύρω από το θέμα της προφοράς ξένων γλωσσών αφ' ετέρου. Πολύς κόσμος επαναπαύεται σε μια επιφανειακή πληροφορία, αρκεί να ακούγεται πειστική, και δεν το ψάχνει παραπάνω. Στις ξένες γλώσσες γενικά επικρατεί μια τάση να γενικεύουμε τις γνώσεις που έχουμε από μία ή δύο γλώσσες (συνήθως από τα αγγλικά και από κάποια άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα, κατά κανόνα ιταλικά ή γαλλικά) και να τις εφαρμόζουμε σε όλες τις άλλες. Με το σύστημα αυτό έχουν κακοπάθει πάρα πολλά ονόματα - από τον Σάντσο Πάνθα που έγινε Σάντσο Πάντσα (διότι μία από τις πρώτες μεταφράσεις του Δον Κιχώτη έγινε από τα ιταλικά, όπου το Z προφέρεται ΤΣ), ως τον Τσε Γκεβάρα που τον τραγούδησε ο μακαρίτης ο Λοΐζος ως Τσε Γκουεβάρα. Από τα πιο κακοπαθημένα ονόματα, απ' όσο ξέρω, είναι τα ολλανδικά: πρόσφατα χρειάστηκε να μεταγράψω το όνομα του Huizinga, το οποίο προφέρεται κάπως σαν Χάουζινχα, και στα ελληνικά έχει μεταγραφεί - έκπληξη! - Χουιζίνγκα.

Ειδικά στο θέμα της προφοράς των λατινικών έχω παρτηρήσει ότι επικρατεί δυστυχώς άγνοια και αδιαφορία ακόμη και μεταξύ ειδικών επιστημόνων. Δεν μιλώ εδώ για φιλολόγους, αλλά για ειδικότητες των θετικών επιστημών, κυρίως για βιολόγους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγομαι και εγώ. Το πέρασμά μου από το πανεπιστήμιο και η τριβή μου με διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις με έχει φέρει σε επαφή με αρκετούς επιστήμονες - κυρίως ορνιθολόγους, βοτανολόγους, ερπετολόγους. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιούν τις επιστημονικές ονομασίες των ζωντανών οργανισμών, οι οποίες δεν είναι βέβαια ακριβώς λατινικές, αλλά έχουν λατινική μορφολογία, ακολουθούν τους γραμματικούς κανόνες των λατινικών και λογικά θα πρέπει να ακολουθούν και τους κανόνες προφοράς, αν θέλουμε πραγματικά να εκπληρώσουν τον σκοπό τους, που είναι η συνεννόηση των επιστημόνων σε διεθνές επίπεδο. Πραγματικά, αν ο κινέζος επιστήμονας προφέρει το C ως K, ο ιταλός το διαβάζει ΤΣ και ο ισπανός Θ, δεν μπορεί κανείς να πει ότι προάγεται η συνεννόηση. Και όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει.

Αν λοιπόν οι ειδικοί επιστήμονες που χρησιμοποιούν τα λατινικά στην επιστήμη τους (την συστηματική κατάταξη των ζωντανών οργανισμών, εν προκειμένω) δείχνουν αδιαφορία και βασίζονται στη προφορά που φαντάζεται καθένας τους ότι "ταιριάζει" κρίνοντας κατ' αναλογία από τις άλλες (σύγχρονες) γλώσσες που γνωρίζουν - συνήθως αγγλικά (ίσως κι επειδή πολλά σημαντικά πανεπιστήμια είναι αγγλόφωνα και το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας είναι στα αγγλικά) και  άλλοτε ιταλικά ή άλλες γλώσσες που τους φαίνονται συναφείς - και μάλιστα όταν πας να τους πεις κάτι σχετικά, δεν δείχνουν κατά κανόνα και μεγάλο ενδιαφέρον, τι να περιμένει κανείς από τους μη ειδικούς και μη επιστήμονες;

Όσο για το άλλο ερώτημα - το γιατί όλοι ένιωθαν τόσο δικαιωμένοι στις κατηγορίες τους - αυτό νομίζω ότι είναι πιο σημαντικό και αξίζει να σταθούμε εδώ λίγο περισσότερο.

Ο Μιχαλολιάκος ενοχλεί πολλούς. Και όταν κάποιος μας ενοχλεί, θέλουμε οπωσδήποτε να του βρούμε ψεγάδι, γυρεύουμε μια οποιαδήποτε αφορμή για να τον κατηγορήσουμε, να τον υποτιμήσουμε. Κάθε τι που λέει είναι λάθος, πρέπει να είναι λάθος - δεν ανεχόμαστε να λέει κάτι σωστό. Αν την ίδια ατάκα την πέταγε κάποιος που συμπαθούσαμε, είτε (στην καλύτερη περίπτωση) θα την περνούσαμε στο ντούκου, είτε (στην χειρότερη) θα τον δικαιολογούσαμε παντοιοτρόπως. Όταν όμως την πετάει αυτός που αντιπαθούμε, φυλάμε καραούλι με το δίκανο να τον τουφεκίσουμε.

Αγαπάει ο θεός όμως τον νοικοκύρη, αγαπάει και τον κλέφτη - γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση μας γύρισαν τα σκάγια μπούμεραγκ.

Και καλά έκαναν, κατά τη γνώμη μου. Διότι όσο κι αν αντιπαθώ κι εγώ τον Μιχαλολιάκο - όχι ως πρόσωπο, δεν τον γνωρίζω προσωπικά, αλλά ως εκπρόσωπο μιας συγκεκριμένης πολιτικής ιδεολογίας - το να βρίσκουμε αφορμή να τον κράξουμε για το κάθε τι, βρωμάει προκατάληψη

Και η προκατάληψη τυφλώνει.

Ας ακούσουμε λοιπόν τον Μιχαλολιάκο. Ας δούμε τι έχει να πει. Ας ζυγίσουμε τα επιχειρήματά του, ας μελετήσουμε τις θέσεις του, ας αξιολογήσουμετη στάση του. Ήρεμα, ψύχραιμα και αντικειμενικά - ως οφείλουμε να κάνουμε με όλα τα πολιτικά πρόσωπα και με όλους τους συνομιλητές μας. Και ας τον κρίνουμε αντικειμενικά και βάσιμα, όχι παρορμητικά και βεβιασμένα. Όπως πραγματικά μας συμφέρει για να είμαστε ενημερωμένοι, όχι όπως μας βολεύει για να νιώσουμε δικαιωμένοι. Λόγοι δεν λείπουν άλλωστε για να τον κατηγορήσει κανείς αν θέλει - για ρατσισμό, για φασισμό, για αγένεια. Αλλά όχι για λειψά λατινικά. 

Ας είμαστε όσο μπορούμε νηφάλιοι. Για να μπορέσουμε κι εμείς να γυρίσουμε και να πούμε, βάσιμα πλέον:

veni, vidi, denegavi.

(Όχι, δεν κάνω την έξυπνη και την ψευτομετριόφρονα - δεν ξέρω καθόλου λατινικά. Ξέρω όμως να ψάχνω στο διαδίκτυο, όπου και βρήκα ότι denegare σημαίνει απορρίπτω, και ότι o παρακείμενος είναι denegavi. Αν κανώ λάθος, βεβαίως θα χαρώ να με διορθώσει όποιος ξέρει καλύτερα.)

Παράρτημα

Αξίζει εδώ να γίνει μνεία στο περίφημο "Εγέρθητι" (ή "Εγέρθητοι" όπως το είπε ο Σαραντάκος,  ή "Εγέρθητω" όπως άκουσαν άλλοι - έγω πάντως "Εγέρθητι" άκουσα, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα). Γίνεται ολόκληρη κουβέντα γύρω από το αν το είπε σωστά το παλικάρι, και σε περίπτωση που το είπε σωστά, το εννοούσε σωστά, δηλαδή με γιώτα στο τέλος, ή το εννοούσε λάθος, με όμικρον γιώτα;

Παιδιά μου συγγνώμη, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί διυλίζουμε τον κώνωπα. Εδώ έχουμε ολόκληρη κάμηλο να καταπιούμε, οι κώνωπες μας μάραναν;

Δηλαδή αν όλοι οι Χρυσαυγίτες ήξεραν τέλεια λατινικά κι ελληνικά, αρχαία και νέα, δεν θα είχαμε κανένα πρόβλημα με την ιδεολογία και με την συμπεριφορά τους; Και αντίστροφα: το πρόβλημα  δηλαδή το έχουμε επειδή ίσως κάνουν φραστικά λάθη;

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Η σφαγή των ανθέων

Με την αφορμή της ετήσιας σφαγής των ανθέων, φόρτωσα εχτες τα γυναικόπαιδα στο αυτοκίνητο και πήγαμε οικογενειακώς στο Κατσιμίδι. Έχω σαν γενική αρχή να μην το κουνάω ρούπι απ' το σπιτάκι μου τέτοιες ημέρες - Πρωτομαγιές, Δεκαπενταύγουστους, Καθαρές Δευτέρες και τα συναφή. Προτιμώ να απολαμβάνω την ησυχία της πρωτεύουσας από το να συνωστίζομται στις εξοχές με όλους τους πρωτευουσιάνους οπαδούς των εθίμων. Ούτε κι εγώ η ίδια δεν ξέρω γιατί φέτος θέλησα να κάνω μια εξαίρεση. Ωστόσο έλαβα τα μέτρα μου: φύγαμε νωρίς, όσο νωρίς επέτρεπε ένα φυσιολογικό ξύπνημα με κανονικό πρωινό, δηλαδή στις 9 και τέταρτο το πρωί. 

Μένουμε βόρεια, και σε ένα τέταρτο είχαμε περάσει κιόλας τον κόμβο της Βαρυμπόμπης και κατευθυνόμασταν προς το Τατόι. Λίγα αυτοκίνητα στο δρόμο, φυσιολογικά πράγματα. Στην κάτω είσοδο των Βασιλικών, δίπλα στην ταβέρνα του Λεωνίδα, τα αυτοκίνητα ήταν ήδη αρκετά. Στην πύλη των Βασιλικών υπήρχε συνωστισμός, ακόμη και για τα δεδομένα της ημέρας, ή έτσι μου φάνηκε. Στην πηγή με το νερό της Κιθάρας το μικρό πάρκινγκ ήταν γεμάτο. Όταν φτάσαμε στο Κατσιμίδι, όλες οι καλές θέσεις για πικνίκ ήταν ήδη πιασμένες, οι ψησταριές ήδη είχαν ανάψει, ενώ από ένα αυτοκίνητο με ανοιχτές πόρτες ξεχυνόταν μοντέρνα μουσική στη διαπασών. Κάναμε ένα μικρό κύκλο αναζητώντας κάποιο πιο ήσυχο μέρος, τελικά όμως παρκάραμε απλώς εκεί μαζί με τους υπόλοιπους και χωθήκαμε στο δάσος. 

Δέκα λεπτά περπάτημα ήταν αρκετά για να βρούμε ένα ξέφωτο τελείως άδειο. Οι περισσότεροι εκδρομείς ακολουθούσαν την μακρά ελληνική παράδοση: παρκάρω και φυτεύομαι δυο βήματα απ' το αυτοκίνητο - πράγμα λογικό, ιδίως αν κουβαλάς μαζί πλαστικά καρεκλακια, φορητή ψησταριά και τάπερ με μεζέδες.

Κάθε χρόνο μου γίνεται όλο και πιο δυσάρεστη η συλλογή λουλουδιών. Παλιότερα έφτιαχνα μαγιάτικο στεφάνι με χαρά - ίσως δεν είχα καθήσει να σκεφτώ την έκταση της ζημιάς που προκαλούμε εμείς οι άνθρωποι, ίσως και τα λουλούδια να ήταν περισσότερα, δεν ξέρω. Ιδίως όμως όταν βλέπω δυο τρία σκόρπια μαδημένα ανθάκια και έναν ολόκληρο στρατό φυσιολατρών της μιας μέρας να εφορμά καταπάνω τους, ειλικρινά δεν μου κάνει καρδιά να απλώσω κι εγώ χέρι.

Ευτυχώς, δεν έπλεκαν όλοι στεφάνια - οι περισσότεροι ήταν απασχολημένοι με τα σουβλάκια, την μπάλα και τους παραδοσιακούς χορούς. Αρκετοί όμως τριγυρνούσαν προς άγραν ανθέων: μια κυρία κρατούσε ένα κορδόνι και έπλεκε κίτρινα λουλούδια επάνω του, μια άλλη κρατούσε δυο τεράστια κλαδιά φορτωμένα άνθη, μια μητέρα με το κοριτσάκι της είχαν φτιάξει ένα χοντρό μπουκέτο αγριολούλουδα και το κοριτσάκι κάθε τόσο έκοβε πεντ' έξι, τα εξέταζε και πετούσε όσα δεν του άρεσαν ή όσα μαδούσαν αμέσως...

Λέω στον εαυτό μου ότι ίσως να μην είναι τόσο τραγικό - πολλά λουλούδια έχουν ήδη ρίξει σπόρο αυτήν την εποχή, αρκετά έχουν βολβούς μέσα στο χώμα, τα περισσότερα γενικά είναι αρκετά ανθεκτικά και ξαναβγαίνουν αφού τα κόψουν, αρκεί να μην τα ξερριζώσουν. Κατά βάθος όμως ξέρω ότι δεν είναι έτσι. 

Όταν ο πληθυσμός της Αθήνας περιοριζόταν σε λίγες χιλιάδες ανθρώπους και τα περίχωρα ήταν γεμάτα αγριολούλουδα, όταν οι περισσότεροι είχαν κήπους και το έθιμο επικεντρωνόταν κυρίως στη συλλογή λουλουδιών από αυτούς, το πράγμα ήταν σχετικά ακίνδυνο. Τώρα όμως που γίναμε μερικά εκατομμύρια, τώρα που κατοικούμε σε πολυκατοικίες, τώρα που οι χώροι αναψυχής είναι πλέον τόσο λίγοι ώστε την Πρωτομαγιά να υπάρχει συνωστισμός ήδη στις 10 το πρωί, τα λουλούδια κινδυνεύουν. Ίσως η μόνη προστασία τους να είναι το γεγονός ότι οι περισσότεροι εκδρομείς μένουν κοντάς τις παρυφές του δρόμου, κι έτσι η φύση στην μεγαλύτερη έκταση του δάσους παραμένει αλώβητη.

Σε μια πρόσφατη εκδρομή με την Ελληνική Εταιρία Προστασίας της Φύσης, ο Γιώργος Σφήκας μας πληροφόρησε ότι στον Σχινιά παλιότερα υπήρχαν κρίνοι της άμμου, αλλά εξαφανίστηκαν λόγω της εντατικής συλλογής από εκδρομείς. Μάλιστα ορισμένα μέλη της Εταιρείας φύτεψαν ξανά κρίνους, αλλά σύντομα εξαφανίστηκαν κι αυτοί.

Εγώ από τη μία προσπαθώ να τηρώ το έθιμο, κυρίως για χάρη της κόρης μου που το θέλει, και νιώθω υπεύθυνη για το γεγονός ότι το θέλει, επειδή εγώ ήμουν που έπλεξα τα πρώτα στεφάνια για το σπίτι μας όταν εκείνη ήταν ακόμη μωρό. Από την άλλη προσπαθώ να περιορίσω τη ζημιά, συλλέγοντας από σημεία που ο πληθυσμός των λουλουδιών είναι αρκετά μεγάλος, συλλέγοντας είδη ανθεκτικά, κόβοντας από τις δικές μας γλάστρες και κλέβοντας τα τριαντάφυλλα του γείτονα. Φέτος το έλυσα κόβοντας μερικά άνθη ασφόδελου, που είναι και ανθεκτικός και πολύ διαδεδομένος και δεν έκοψα πολλά από κάθε φυτό, και μερικά άνθρη ταραξάκου, που ήταν γεμάτος ο τόπος από δαύτα. Παρ' όλ' αυτά οι ενοχές μου, αν και κατασιγάστηκαν, δεν έσβησαν τελείως, και προσπαθώ να μηχανευτώ τρόπο να το αποφύγω τελείως του χρόνου.

Κατά τις δώδεκα κατηφορίσαμε το μονοπάτι, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής. Το θέαμα που μας επιφύλασσε ο δρόμος ξεπερνούσε κάθε προσδοκία και κάθε φαντασία. Εντάξει, περίμενα κάποια κίνηση, Πρωτομαγιά ήταν άλλωστε, γι' αυτό και είχαμε πάει νωρίς, για να αποφύγουμε τον συνωστισμό. Αλλά τέτοιο πράγμα ειλικρινά δεν το περίμενα.

Στο Κατσιμίδι υπήρχε μια ουρά ατελείωτη που ξεκινούσε από την κατεύθυνση της Αθήνας και συνεχιζόταν προς τον άγιο Μερκούριο ως εκεί που έφτανε το μάτι. Με αρκετή δυσκολία, εξαιτίας των παρκαρισμένων αυτοκινήτων που έκλειναν τον δρόμο, καταφέραμε να ξεκινήσουμε και να προχωρήσουμε με βήμα σαλίγκαρου. Στην πηγή της Κιθάρας ένας άντρας της τροχαίας έκοβε κλήσεις σε όσους είχαν παρκάρει αντικανονικά - δηλαδή σε όλους, φαντάζομαι. Μέχρι τα Βασιλικά πηγαίναμε εξωφρενικά αργά, σαν να ήμασταν σε μποτιλιάρισμα την Ομόνοια ένα πράγμα. Ύστερα το πράγμα χαλάρωσε κάπως στο ρεύμα προς Αθήνα - κυρίως επειδή από εκεί και κάτω δεν υπήρχαν τόσα παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεξιά κι αριστερά που να στενεύουν τον δρόμο.

Η ουρά στο αντίθετο ρεύμα συνεχιζόταν για αρκετά χιλιόμετρα - μέχρι την 6η στάση Βαρυμπόμπης. Ευτυχώς τουλάχιστον σταματούσε πριν τον κόμβο της Εθνικής. Δεν έχω ιδέαν τι ώρα θα κατάφερναν όλοι αυτοί να φτάσουν επάνω, και όταν έφταναν τι στην ευχή θα έκαναν: δεν υπήρχε καν χώρος για παρκάρισμα. Είχα την εντύπωση πως ένα λουλουδάκι να έκοβε ο καθένας τους, ήταν αρκετό για να καταστραφεί η χλωρίδα της περιοχής για πάντα. Και δεν φαντάζομαι να περιοριστούν στο ένα...

Έτσι λοιπόν πιάσαμε κι εμείς τον Μάη. Αν είχε ποδάρια θα είχε τρέξει να ξεφύγει - αλλά δεν έχει. Τον πιάσαμε, τον αποκεφαλίσαμε και τον κρεμάσαμε ανάποδα στην εξώπορτα - για παραδειγματισμό, φαντάζομαι. 

Σίγουρα μετά από αυτό δεν θα τολμήσει να ξαναπατήσει στα μέρη μας.