Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου κατέληγα ότι το σημαντικότερο - αν όχι το μόνο - όφελος που θα έχουμε από αυτήν την ιστορία με την διαδήλωση-κατασκήνωση στο Σύνταγμα θα είναι το γεγονός ότι ίσως γίνουμε έλληνες.

Όσο το σκεφτόμουν όμως μετά και μέσα από συζητήσεις με φίλους, είδα ότι αλλού ήταν η ουσία. Στο γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι ανέβηκαν τις σκάλες στο σταθμό του μετρό χωρίς να σπρώξει κανείς κανέναν, με υπομονή και ευγένεια. Στο γεγονός ότι μέσα στα βαγόνια δεν υπήρχε το γνωστό παγωμένο, αδιάφορο, άψυχο μπουλούκι, όπου καθένας κοιτάζει να χωθεί πρώτος από την πόρτα και να πιάσει την καλύτερη θέση, και όπου όλοι σφυρίζουν αδιάφορα κοιτάζοντας απλανώς την πάνω αριστερή γωνία αμέσως μόλις βολευτούν, αγνοώντας το γεγονός ότι ίσως κάποιος χρειάζεται μια θέση περισσότερο από τους ίδιους, ή ότι κάποιοι προσπαθούν να προχωρήσουν στο διάδρομο και εμποδίζονται από τους εγκατεστημένους. Το μπουλούκι αυτό λοιπόν είχε εξαφανιστεί και είχε δώσει τη θέση του σε χαμογελαστούς, ομιλητικούς, ευδιάθετους ανθρώπους, πρόθυμους να παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλους, έτοιμους να παραμερίσουν μόλις χρειαζόταν, προχωρώντας ήρεμα και χωρίς σπρωξίματα, με σεβασμό και φροντίδα για τους άλλους.
Στο γεγονός ότι η πλατεία Συντάγματος για λίγες μέρες έχει γίνει χώρος ανταλλαγής απόψεων, χώρος γνωριμιών, χώρος ζυμώσεων. Εκατοντάδες άνθρωποι περνούν από εκεί, για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, ακούν, μιλούν, σωπαίνουν, ρουφούν τα όσα συμβαίνουν.
Και αλλάζουν.
Μέσα από όλα αυτά οι άνθρωποι αλλάζουν.
Ίσως γίνονται λίγο πιο σνειδητοί πολίτες, ίσως ωριμάζουν, ίσως αποκτούν νέους φίλους, νέες ιδέες, νέες προοπτικές. Ίσως μαθαίνουν να συνυπάρχουν και να συνεργάζοναι, ίσως διαπιστώνουν απλώς ότι υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, ίδιοι με αυτούς, διαφορετικοί από αυτούς.
Και ίσως, όταν τελειώσουν όλ' αυτά και όλοι επιστρέψουν στη ρουτίνα τους, ίσως να έχουν κρατήσει κάτι μέσα τους, ίσως να είναι λίγο διαφορετικοί από πριν.

Τελικά, ίσως μέσα από όλο αυτό γίνουμε κάτι παραπάνω από έλληνες: ίσως γίνουμε επιτέλους άνθρωποι.

Υ.Γ. Ίσως ακόμη - γιατί όχι! - ίσως και να ξεκουνηθούν λίγο οι κυβερνώντες και να αλλάξουν το τροπάρι τους. Αλλά και χωρίς αυτό, πάλι κερδισμένοι είμαστε.

ΕΛΛΗΝΕΣ



Έλληνας γίνεσαι, δε γεννιέσαι - αυτός ήταν ο τίτλος μιας ομάδας του facebook της οποίας είμαι μέλος (τώρα έχει αλλάξει σε "Ελληνάρας γεννιέσαι, για να προαχθείς σε Έλληνα κάνε format", πράγμα που με στενοχωρεί, διότι παρά το χιούμορ - το οποίο εκτιμώ - δεν διαθέτει εκείνη την ποιότητα του σλόγκαν που μένει στη μνήμη, ούτε τον άμεσο συνειρμό με το γνωστό ρητό το οποίο τόσο εύστοχα ανασκεύαζε ο αρχικός τίτλος).

Εχτές στο Σύνταγμα είδα πολλούς Έλληνες, διαφόρων ηλικιών και κοινωνικών στρωμάτων. Σίγουρα πολλοί από σας τους είδατε επίσης - είτε ζωντανά είτε στην τηλεόραση και το ίντερνετ. Νέοι, γέροι, έφηβοι, οικογένειες με παιδιά και μωρά στο καροτσάκι. Αρκετά νεαρά αγόρια και κορίτσια, αλλά και καθωσπρέπει κυρίες, και μεσήλικες. Ένα δείγμα θα έλεγα αρκετά αντιπροσωπευτικο αυτής της αόρατης, άπιαστης οντότητας που ονομάζεται "λαός".

Ο σταθμός του μετρό ήταν ξέχειλος από κόσμο. Έχω ξαναπάει σε συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, αλλά δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Η μεγάλη κεντρική αίθουσα του σταθμού με τα πολλά εκδοτήρια ήταν ασφυκτικά γεμάτη και διαρκώς κατέφθαναν κι άλλοι. Οι σκάλες ήταν κι αυτές γεμάτες κόσμο, και οι κυλιόμενες και οι απλές. Κοινώς, δεν έπεφτε καρφίτσα. Πολύς κόσμος όταν ανέβαινε στη σκάλα κοιτούσε πίσω, γούρλωνε τα μάτια κι άρχιζε να βγάζει φωτογραφίες με το κινητό. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω καμμία καλή φωτό online, η μόνη σχετική που πέτυχα είναι αυτή εδώ, που δεν δίνει καθόλου την πραγματική αίσθηση του χώρου και της κατάστασης:


Δεν θα έφτανα στο σημείο να δηλώσω αγοραφοβική, αλλά είναι γεγονός ότι δεν αισθάνομαι και πολύ άνετα μέσα σε μεγάλο πλήθος και σε τόσο στριμωξίδι. Κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ, για να βρεθώ μπροστά σε (ή μάλλον πίσω από) μια μεγάλη ουρά, με πρωταγωνιστές έναν ανάπηρο και δύο μωρά στα καροτσάκια. Το πήρα απόφαση, έκανα μεταβολή και βούτηξα στον όχλο. Μου πήρε γύρω στα δέκα λεπτά να βγω από το σταθμό, αλλά ήταν λιγότερο δύσκολο απ' όσο νόμιζα και απ' όσο φαινόταν: ο κόσμος προχωρούσε - αργά μεν, αλλά σταθερά, και κυρίως με καλή διάθεση και χωρίς σπρωξίματα.
Διέσχισα την πλατεία και κατευθύνθηκα σε γνωστό ταχυφαγείο (ονόματα δε λέμε, μη μας πουν ότι κάνουμε και γκρίζα διαφήμιση) όπου είχα ραντεβού με μια φίλη. Αφού την βρήκα, εγκατασταθήκαμε σε ένα πεζούλι της οδού Ερμού με παγωμένο τσάι και χαζεύαμε τη διαδήλωση (καλός ο ακτιβισμός, αλλά έχουμε και μια κάποια ηλικία, και οι αντοχές μειώνονται - άσε πια τη λανθάνουσα αγοραφοβία).
Επικρατούσε κλίμα πανηγυριού: ψητά καλαμπόκια, ποπκόρν και λουκάνικα, ξυλοπόδαροι και μίμοι, τυμπανιστές και βουβουζέλες πλαισίωναν το δρώμενο. Στα παρτέρια ξάπλωναν οι κατασκηνωτές, ανάμεσά τους και παιδιά του δημοτικού. Χειροποίητα πανώ και πλακάτ με διάφορα συνθήματα. Κάποια στιγμή υψώθηκε στη μέση της πλατείας μια μεγάλη ελληνική σημαία, προκαλώντας ιαχές ενθουσιασμού στο πλήθος. Αρκετός κόσμος κρατούσε πλαστικές σημαιούλες, σαν αυτές που έχουν τα παιδιά στις παρελάσεις.

Μείναμε εκεί μέχρι που πήρε να βραδιάζει. Ύστερα κατηφορίσαμε σιγά-σιγά προς Μοναστηράκι, όπου αφού τσιμπήσαμε κάτι για να στυλωθούμε (είπαμε, ακτιβιστές-ακτιβιστές αλλά όχι και να πεθάνουμε της πείνας!) κατεβήκαμε στο σταθμό και πήραμε το μετρό, καθεμιά προς άλλη κατεύθυνση.
Είχα την τύχη να βρω ελεύθερο κάθισμα. Όταν ο συρμός έφτασε στο Σύνταγμα, συνειδητοποίησα πόσο συνετή ήταν η επιλογή μου να το πάρω από Μοναστηράκι: η αποβάθρα προς αεροδρόμιο ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Το τραίνο γέμισε ώσπου να πεις κύμινο, οι πόρτες έκλεισαν και ξεκινήσαμε. Μέσα στο βαγόνι επικρατούσε ένα κλίμα αδελφοσύνης, χαμόγελα απλώνονταν σε κουρασμένα πρόσωπα. Το συνηθισμένο παγωμένο βλέμμα των επιβατών είχε χαθεί και όλοι δείχνονταν απρόσμενα ευγενικοί, παραχωρώντας καθίσματα σε άλλους, περιμένοντας να περάσει κάποιος χωρίς να τον σπρώχνουν ή να κάνουν πως δεν τον βλέπουν. Ανήκαν πλέον όλοι (ή σχεδόν όλοι) στην ίδια ομάδα, ο κοινός αγώνας τους ένωνε.
Μια εύσωμη πενηντάρα κυρία με γκρίζα μαλλιά και κλασσική φούστα ταγέρ, παρατήρησε: "Στα βόρεια προάστια είναι πιο συνειδητοποιημένοι!"
Πράγματι, η αποβάθρα προς Αιγάλεω είχε ελάχιστο κόσμο - ουσιαστικά τίποτε, σε σύγκριση με την δική μας αποβάθρα, που οδηγούσε σε συνοικίες όπως Χολαργός, Χαλάνδρι, Βριλήσσια και Αγία Παρασκευή. Μπήκα σε σκέψεις: τι σήμαινε άραγε αυτό? Είναι δυνατόν όντως να είναι πιο συνειδητοί οι ευκατάστατοι αστοί του βορρά και να αδιαφορούν για τα κοινά οι προλετάριοι εργάτες του νότου και της δύσης? Όπως κι αν το σκεφτόμουν, δεν έβγαζε νόημα.
Σκέφτηκα πως ίσως οι κάτοικοι του Χαϊδαρίου και του Αιγάλεω, αριστεροί από παράδοση, να είχαν κατέβει στην πρωινή πορεία του Σαββάτου και γι' αυτό να μην έδωσαν το παρόν την Κυριακή - αλλά μου φάνηκε χλωμή η δικαιολογία.
Σκέφτηκα πως ίσως τα μέτρα της κυβέρνησης χτυπάνε περισσότερο τη μεσαία τάξη παρά την κατώτερη, αλλά είμαι σε θέση να ξέρω ότι αυτό δεν ισχύει. Έχω φίλους που ανήκουν στις κατώτερες οικονομικές τάξεις - ένας οδηγός φορτηγού, μία φασονατζού, μία άνεργη - και ξέρω ότι αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα, περισσότερο παρά ποτέ.
Σκέφτηκα πως ίσως οι βόρειοι ήρθαν νωρίς και φεύγουν νωρίς, ενώ οι νοτιοδυτικοί θα μείνουν ως πιο αργά - αυτό είναι μια αρκετά πιθανή εκδοχή.
Σκέφτηκα πως ίσως να ήταν απόλυτα απογοητευμένοι και να μην πίστευαν ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις μπορούν να αλλάξουν κάτι - αν ισχύει αυτό, δεν τους αδικώ: κρίνοντας και από τα σχόλια των κυβερνητικών εκπροσώπων, αλλά και με βάση την κοινή λογική, έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι μας έχουν γραμμένους, ότι η πολιτική τους είναι προκαθορισμένη, και ότι δεν θα ιδρώσει τ' αυτί τους όσο και να φωνάζουμε, όσες μέρες ή εβδομάδες και αν μείνουμε στο Σύνταγμα. Ακόμη κι αν εξαγριωθούμε και επιτεθούμε στη Βουλή με πέτρες και ξύλα, ως άλλοι γάλλοι επαναστάτες στις δικές μας Βερσαλλίες, δεν θα βγάλουμε τίποτα - θα τους δώσουμε απλώς μια δικαιολογία για να κατεβάσουν τα ΜΑΤ ή και το στρατό και να μας διαλύσουν. Στην τελική, αν δουν ότι παραενοχλούμε, θα μας φορέσουν καπέλο μια ωραία χούντα και θα ησυχάσουμε όλοι - δοκιμασμένα πράγματα.

Τελικά, ίσως οι βόρειοι να εξεγέρθηκαν τόσο έντονα, ακριβώς επειδή δεν το είχαν κάνει ποτέ πριν: ποτέ πριν δεν είχαν θιχτεί σε τόσο βαθμό από τα μέτρα της κυβέρνησης, ποτέ πριν δεν είχαν πληγεί τόσο πολύ οικονομικά όσο τώρα.
Και ίσως να μην βγει κάτι σε μια μέρα ή σε δύο, σε μια βδομάδα ή σε δύο, ίσως όμως σε δύο ή τρεις ή τέσσερις μήνες, αν συνεχίσουμε, ίσως οι πραγματικοί κυβερνήτες της Ελλάδας και του κόσμου να ευδοκήσουν να πουν στις μαριονέτες της "ελληνικής κυβέρνησης" κάτι σαν "Οκέι, λασκάρετε λίγο τα λουριά, για να μη φωνάζουν τόσο".
Δε νομίζω ότι μπορούμε να προσβλέπουμε σε πολλά περισσότερα.

Στο σταθμό Δουκίσσης Πλακεντίας ανέβηκα τις σκάλες προς τον προαστιακό παρέα με μια νέα κοπέλα που βαστούσε από το μπράτσο μια μεγάλη γυναίκα, εξήντα-εβδομήντα χρονών, με παντελόνι και αθλητικά παπούτσια και μια πλαστική σημαιούλα στο χέρι.

Ναι, ίσως τελικά το μόνο κέρδος που θα έχουμε από αυτήν την ιστορία, είναι ότι ίσως γίνουμε Έλληνες.

Δεν είναι και λίγο.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ

Πρόσφατα ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών 2ου Γραφείου Π.Ε. Αμαρουσίου τύπωσε και μοίρασε ένα τετράφυλλο έντυπο σχήματος Α4, ωραία δεμένο, σε τετραχρωμία, με φωτογραφίες και με εμφανώς επαγγελματικό σχεδιασμό (όχι τίποτε άθλιες φωτοτυπίες της δεκάρας, μιλάμε για σοβαρή επένδυση) με τίτλο "Ανοιχτή επιστολή προς τος γονείς των μαθητών μας".

Το έντυπο τα λέει πολύ ωραία για τα ασφυκτικά μέτρα της κυβέρνησης και του ΔΝΤ. Διαμαρτύρεται για τις περικοπές μισθών στο δημόσιο, το πάγωμα μισθών και συντάξεων, την περιστολή του 13ου και 14ου μισθού, την αύξηση των έμμεσων φόρων, την κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, τη μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών. Μας παροτρύνουν να διεκδικήσουμε ενωμένοι ένα σχολείο με λιγότερη ύλη και περισσότερο πολιτισμό και χαρά, ένα ολοήμερο που να μην είναι parking παιδιών αλλά ουσιαστικό και λειτουργικό, απαραίτητο προσωπικό για όλες τις ανάγκες των μαθητών (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κλπ), απαραίτητα κονδύλια για όλες τις ανάγκες του σχολείου.

Ωραία πράγματα, και συμφωνώ: μαζί να τα διεκδικήσουμε βεβαίως όλα αυτά.

Αξιέπαινη αλήθεια η προθυμία των εκπαιδευτικών να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους: για τους μισθούς τους, τις συντάξεις τους, τις θέσεις εργασίας τους. Μακάρι να επεδείκνυαν την ίδια προθυμία και σε θέματα που αφορούν τους μαθητές τους και που οι ίδιοι θα μπορούσαν αν ήθελαν να προσφέρουν άμεσα.

Όταν λόγου χάρη ο σύλλογος διδασκόντων έχει συνέλευση (πράγμα που συμβαίνει πάνω από μία φορά κάθε σχολική χρονιά), συνεδριάζει τις ώρες διδασκαλίας (εντός του ωραρίου των δασκάλων δηλαδή), με αποτέλεσμα να χάνουν τα παιδιά το μάθημά τους. Όταν στο σχολείο μας υπάρχει έλλειψη αιθουσών και μία τάξη κάνει μάθημα σε ένα αποθηκάκι όπου δεν χωράνε καλά καλά να μπούνε τα παιδιά και ο σύλλογος γονέων προτείνει να χρησιμοποιηθεί ως αίθουσα διδασκαλίας είτε η αίθουσα μουσικής είτε το γραφείο των διδασκόντων, η δασκάλα της μουσικής διαμαρτύρεται (και δικαίως!) ότι υποβαθμίζεται η εργασία της και ο λοιπόι διδάσκοντες εξανίστανται (πολύ φυσικά!) γιατί δεν θα έχουν πού να κάνουν το διάλειμμά τους, και βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Όταν προκύπτει πρόβλημα σχολικής βίας και ο σύλλογος γονέων προτείνει να γίνουν σεμινάρια για τους δασκάλους από ειδική κρατική υπηρεσία που υπάρχει για το σκοπό αυτό, η πρόταση ναυαγεί επειδή οι δάσκαλοι θα πρέπει να μείνουν στο σχολείο πέραν του ωραρίου τους (δηλαδή μέχρι τις δύο το μεσημέρι - για τόσο αργά μιλάμε). Όταν υπάρχει μεγάλο μέρος της αυλής που δεν καλύπτεται οπτικά όλη από ένα σημείο, μένει αχρησιμοποίητο γιατί ο σύλλογος διδασκόντων δεν δέχεται να προστεθεί και τρίτος επιτηρητής πέραν των δύο που ορίζει ο νόμος (οι οποίοι δύο, ειρήσθω εν παρόδω, αντί να μοιράζουν το προαύλιο στα δύο και να μετακινούνται ώστε να εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή επιτήρηση, κάθονται συχνά παρέα στη μία άκρη, στη σκιά, και απλώς περιμένουν βαριεστημένοι να περάσει το διάλειμμα, ενώ τα παιδιά αλωνίζουν ανεξέλεγκτα και γυρνάνε στο σπίτι με διάφορα χτυπήματα αγνώστου προελεύσεως).

Ναι, οι σύλλογοι διδασκόντων είναι πάντα πρόθυμοι για αγώνες και θυσίες, όταν θίγονται τα δικά τους καλά και συμφέροντα. Μακάρι να βλέπαμε την ίδια διιάθεση για θυσίες όταν πρόκειται για τα παιδιά.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το δικό μου παιδί δεν πηγαίνει σχολείο στο Μαρούσι, αλλά στο πρώτο δημοτικό Πεύκης. Μιλάμε επομένως για δύο διαφορετικούς συλλόγους διδασκόντων, ενδεχομένως με διαφορετική στάση και αντιμετώπιση. Ενδεχομένως οι δάσκαλοι του Μαρουσιού να είναι γεμάτοι αυτοθυσία για χάρη των μαθητών τους. Γιατί όμως άραγε δε μου φαίνεται και τόσο πιθανό?

Μήπως γίνομαι άδικη και υπερβολική? Το πιθανότερο. Είναι σίγουρα άδικο και υπερβολικό να ζητάω από τους συντρόφους συνδικαλιστές δασκάλους να απαρνηθούν έστω και για μια στιγμή μια τρίχα από τα κεκτημένα τους για χάρη των παιδιών. Είναι σίγουρα λάθος να ζητώ από τους εργαζόμενους να θυσιαστούν προσφέροντας από το υστέρημά τους ή ακόμη και από το περίσσευμά τους αυτά που οφείλει να προσφέρει το κράτος. Το πιο πιθανό είναι ότι όλα τα λέω από τη ζήλια μου.

Γιατί εγώ βλέπετε είμαι ελεύθερη επαγγελματίας. Που σημαίνει ότι όχι δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο, αλλά ούτε και έναν κανονικό μισθό δεν καταφέρνω πολλές φορές να εξασφαλίσω. Που σημαίνει ότι όχι δεν μπορώ ν' αρνηθώ να εργασθώ πέραν του ωραρίου μου, αλλά όταν υπάρχει δουλειά μπορεί να καθήσω ως αργά το βράδυ για να τη βγάλω, γιατί δεν με παίρνει να χάσω τον πελάτη. Που σημαίνει ότι αν υπάρχουν νέες εξελίξεις στη δουλειά και χρειάζομαι εκπαίδευση για να ανταποκριθώ, θα τις κάνω όχι μόνο εκτός ωραρίου αλλά και με δικά μου έξοδα. Που σημαίνει ότι στις συνελεύσεις του συνδικαλιστικού συλλόγου μου πηγαίνω Κυριακή απόγευμα, αφήνοντας την οικογένειά μου και την ξεκούρασή μου, γιατί δεν με συμφέρει να θυσιάσω μια εργάσιμη μέρα γι' αυτό, αλλά και γιατί δεν μπορεί να βρεθεί εργάσιμη που να εξυπηρετεί όλους τους συναδέλφους.

Ναι, αναμφίβολα από τη ζήλια μου τα λέω. Μάλλον ζηλεύω επειδή η δική μου ασχολία είναι επάγγελμα και όχι λειτούργημα, όπως των δασκάλων.*

Καλούς αγώνες σύντροφοι.

*...ή των ιερέων - άλλο λειτούργημα αυτό. Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά τα λειτουργήματα ασκούνταν αμισθί, πόσοι θα έτρεχαν να τα ασκήσουν από αφοσίωση και αγάπη και πίστη στην αποστολή τους.