Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΕΙΠΕ Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ...

Όσο ψυλλιασμένη κι αν είμαι, το μεγαλείο των ιεραρχών της Ορθοδοξίας δεν παύει να με εκπλήσσει. Πληροφορούμαι άναυδη από Τα Νέα ότι ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ κατέθεσε μήνυση κατά του ρωμαιοκαθολικού επισκόπου Νικολάου, επειδή στο εκπαιδευτήριο του ρωμαιοκαθολικού μοναχικού τάγματος του Αγίου Ιωσήφ τελείται αγιασμός για τα χριστούγεννα από ρωμαιοκαθολικό ιερέα (οποία έκπληξις, πράγματι! μα τι περίμενε; να καλέσουν ορθόδοξο;) στον οποίο παρίστανται και οι ορθόδοξοι μαθητές (και φοβάται μην κολλήσουν καθολικισμό, φτου σκόρδο!), γεγονός το οποίο, λέει, εμπίπτει στις διατάξεις περί προσηλυτισμού.

Το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα διδάσκεται στα δημόσια σχολεία, ο αγιασμός τελείται από ορθόδοξους χριστιανικούς ιερείς για όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως δόγματος, το ίδιο και η καθημερινή ορθόδοξη χριστιανική προσευχή, και μάλιστα όπως ορίζει το Π.Δ. 201/98 (ΦΕΚ 161Α), άρθρο 13, §10, οι αλλόθρησκοι και ετερόδοξοι μαθητές οφείλουν παρευρίσκονται στο χώρο της συγκέντρωσης*, τηρώντας απόλυτη ησυχία, σεβόμενοι τους δασκάλους και τους συμμαθητές τους που προσεύχονται, χωρίς κανείς να θίγεται ή να τολμά να μιλήσει περί επιβολής και περί προσηλυτισμού.

Αν υποθέσουμε ότι υφίστανται προσηλυτισμό οι ορθόδοξοι μαθητές που παρίστανται στον αγιασμό του σχολείου αυτού, στο οποίο οι γονείς επέλεξαν να τα εγγράψουν γνωρίζοντας αναφίβολα ότι διευθύνεται από ρωμαιοκαθολικούς, τι θα πρέπει να σκεφτούμε τότε για τους μαθητές άλλων δογμάτων που παρίστανται στον αγιασμό και την προσευχή όλων των δημόσιων σχολείων, χωρίς ούτε οι γονείς τους ούτε οι ίδιοι να έχουν άλλη επιλογή;

Κι έρχεται τώρα ο μητροπολίτης μας, ο καλός αυτός άνθρωπος, και ενοχλείται από το γεγονός ότι τελείται αγιασμός από ρωμαιοκαθολικό ιερέα σε εκπαιδευτήριο που ανήκει σε ρωμαιοκαθολικό μοναστικό τάγμα. Η καταγγελία του μητροπολίτη μπορεί να είναι νομότυπη, αλλά όζει μισαλλοδοξίας και προκατάληψης. Αν το σύνταγμα και οι νόμοι δικαιώνουν μια τέτοια καταγγελία, καιρός είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να αλλάξουν. Δεν είναι δυνατόν να θεωρείται "προσηλυτισμός" το ένα και να διώκεται, και "διαπαιδαγώγηση" το άλλο και να προωθείται από τη δημόσια παιδεία. Πιο κατάφωρη και αισχρή διάκριση δεν μπορεί να υπάρξει. Και καλά ο μητροπολίτης δεν μπορεί να δει πέρα από τις παρωπίδες του. Οι κρατικοί μας λειτουργοί, οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι κυβερνήσεις, ως πού βλέπουν; Και ως πότε;

Ο μητροπολίτης έχει δικαίωμα να μηνύσει τους ρωμαιοκαθολικούς που στο δικό τους το σχολείο τέλεσαν τον δικό τους αγιασμό. Εγώ που δεν είμαι χριστιανή ορθόδοξη και το παιδάκι μου παρακολουθεί αγιασμό στην αρχή της χρονιάς από ορθόδοξο χριστιανό ιερέα, ακούει στα μαθήματα της γλώσσας, της ιστορίας, ακόμη και της μουσικής ένα σωρό ορθόδοξες χριστιανικές αναφορές, βλέπει κάθε μέρα ένα ορθόδοξο χριστιανικό εικόνισμα πάνω από την έδρα της δασκάλας του, και παρίσταται συμφώνως τω νόμω κάθε μέρα στην ορθόδοξη χριστιανική προσευχή κι έχει συνηθίσει να κάνει και το σταυρό του, σε ποιον μπορώ να κάνω μήνυση πείτε μου;

*Το ΠΔ διευκρινίζει βεβαίως ότι οι αλλόθρησκοι και ετερόδοξοι δεν συμμετέχουν στην προσευχή (αυτό πάει να πει απλώς ότι δεν τους υποχρεώνουν να την απαγγείλουν οι ίδιοι), και παρίστανται μόνον εφόσον προσέλθουν πριν αυτή γίνει - δεν είναι δηλαδή υποχρεωτικό να παρευρίσκονται. Πείτε μου όμως, ποιος γονιός είναι δυνατόν να κάθεται με το ρολόι στο χέρι έξω από το σχολείο ώστε να στείλει το παιδί του μέσα ακριβώς τη στιγμή που τελειώνει η προσευχή; Δεν μπορεί να καθυστερήσει περισσότερο, γιατί αμέσως μετά την προσευχή μπαίνουν στις τάξεις, ούτε να το βάλει νωρίτερα αν δεν θέλει να ακούσει την προσευχή: πρέπει να καραδοκεί για το σωστό δευτερολεπτο. Μιλάμε για παράλογα πράγματα.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΠΙΣΤΕΩΣ

Από καιρό θέλω να γράψω ένα άρθρο σχετικά με την έννοια της πίστης. Ήρθε ο καιρός λοιπόν να το κάνω, παίρνοντας αφορμή από ένα περιστατικό που μου συνέβη πρόσφατα.

Είχα πάει στο σπίτι μιας φίλης και της πήγα μερικές κάρτες της Ένωσης Άθεων. Μια άλλη φίλη της που βρισκόταν εκεί τις είδε, της άρεσαν πολύ και με ρώτησε πού τις βρήκα. Της είπα, με ρώτησε αν είμαι άθεη, απάντησα καταφατικά και ξεκίνησε μια κουβέντα για το θέμα του θεού και της πίστης. Παραθέτω τμήμα του διαλόγου, όσο καλύτερα το θυμάμαι, ελπίζοντας ότι δεν τον έχω παραποιήσει σημαντικά.
- Εσύ δεν πιστεύεις στον θεό;
- Πες μου τι εννοείς όταν λες "θεός".
- Κοίταξε... εγώ πάντως πιστεύω ότι υπάρχει κάτι.
- Δεν νομίζεις ότι είναι κάπως αόριστο αυτό;
- Όχι, όχι, καθόλου αόριστο!
- Μα η λέξη "κάτι" δεν είναι και πολύ συγκεκριμένη. Μπορείς να μου εξηγήσεις τι εννοείς με αυτήν;
- Ρε παιδί μου, πιστεύω... αισθάνομαι... ας πούμε μια ενέργεια, κάτι μεγαλύτερο, κάτι έξω από μένα, ή κάτι μέσα μου...
- Μισό λεπτό, μισό λεπτό. Μιλάς για πολλά διαφορετικά πράγματα, ασαφή και αντιφατικά. Είναι έξω από σένα, ή μέσα σου; Για τι μορφής ενέργεια μιλάς; Και μεγαλύτερο από τι;
- Κοίταξε να σου πω, έχω παρατηρήσει πολλές φορές, από την εμπειρία μου, περιστατικά που δείχνουν... θα σου πω ένα παράδειγμα. Κάποτε χρειαζόμουν 65 ευρώ για να εξοφλήσω ένα χρέος. Δεν ήξερα πού να τα βρω, δεν ήξερα τι να κάνω... και με παίρνει μια φίλη μου και μου λέει ότι από την τελευταία εκδρομή που κάναμε με μια μεγάλη παρέα περίσσεψαν 65 ευρώ - πρόσεξε, ούτε 60 ούτε 70, 65 ακριβώς - και αμέσως βγάζει και μου δίνει τα χρήματα... δεν ξέρω πώς σκέφτηκε εμένα, ίσως επειδή ήξερε ότι γενικά έχω δυσκολίες... τέτοια περιστατικά μου συμβαίνουν συχνά. Θυμάμαι να σου πω πάρα πολλά.
- Πολύ χαίρομαι που ήσουν τόσο τυχερή. Πες μου όμως σε παρακαλώ, θυμάσαι καθόλου περιστατικά όπου χρειαζόσουν τα 65 ευρώ και δεν τα βρήκες;
- Δεν θέλω να τα σκέφτομαι αυτά, αυτή είναι αρνητική σκέψη!
- Ίσως, αλλά για να βγάλεις κάποιο συμπέρασμα, θα πρέπει να έχεις όλα τα δεδομένα, έτσι δεν είναι;
- Εγώ πιστεύω ότι υπάρχει μια θετική ενέργεια που πραγματοποιεί τις επιθυμίες μας, υπάρχει κάτι ρε παιδί μου... αυτό εγώ το λέω θεό. Θα μου πεις βέβαια, γιατί να το πεις θεό; Κάποιοι του έχουν βάλει κάποια ταμπέλα...
- Αυτό ακριβώς θα σου πω. Θα σε ρωτήσω επίσης πώς ξέρεις ότι υπάρχει όντως αυτή η ενέργεια ή αν δεν το ξέρεις σίγουρα γιατί πιστεύεις ότι υπάρχει. Όμως είτε υπάρχει είτε όχι, γιατί να το πεις θεό; Δεν είναι παραπλανητικό;
- Ναι, αλλά το γεγονός ότι κάποιοι του έχουν βάλει ταμπέλα, δεν σημαίνει τίποτε... καθένας εννοεί αυτό που αισθάνεται...
- Όταν όμως καθένας δίνει άλλη έννοια στη λέξη, υπάρχει πρόβλημα συνεννόησης. Πρέπει να δώσουμε έναν ορισμό στη λέξη θεός και να μείνουμε σε αυτόν, για να μπορούμε να βγάλουμε κάποιο συμπέρασμα. Και πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας την ταμπέλα που έχει ήδη δοθεί στη λέξη, γιατί διαφορετικά δημιουργούνται παρεξηγήσεις. Η λέξη έχει μια σημασία, δεν μπορούμε να το αγνοούμε και να της δίνουμε διαρκώς άλλη όπως μας βολεύει.
- Εσύ δεν πιστεύεις σε κάτι;
- Πες μου τι εννοείς όταν λες "πιστεύω" και θα σου πω.
- Ε, τώρα... δεν πιστεύεις στη φίλη σου, ας πούμε; Στην αγάπη; Στους ανθρώπους;
- Πάλι αναφέρεις πολλά και διαφορετικά πράγματα σαν να είναι ίδια. Ας τα πάρουμε ένα ένα. Πιστεύω στη φίλη μου σημαίνει ότι έχω εμπιστοσύνη στη φίλη μου, επειδή την γνωρίζω.
- Όχι, δεν λέω την εμπιστοσύνη, λέω αν πιστεύεις. Εγώ πιστεύω σε αυτήν.
- Πίστεψες σε αυτήν μόλις την είδες, με το καλημέρα; Ή πίστεψες αφού την γνώρισες πρώτα και σχημάτισες μια εικόνα για τον χαρακτήρα της;
- ...
- Η "πίστη" σε έναν άνθρωπο χτίζεται σταδιακά, είναι δείγμα εμπιστοσύνης. Η πίστη στην αγάπη , είπες, είναι διαφορετική. Όταν λες ότι πιστεύεις στην αγάπη, μήπως στην πραγματικότητα εννοείς ότι θεωρείς την αγάπη αξία;
- Ναι, αυτό λέω, πιστεύω στην αγάπη, εννοώ ότι πιστεύω στην αξία της αγάπης... αλλά αυτό για τους φίλους, δεν είναι το ίδιο, άλλο η πίστη και άλλο η εμπιστοσύνη... εγώ πιστεύω στη φίλη μας...
- Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στους φίλους μας, εννοούμε ότι τους έχουμε εμπιστοσύνη, επειδή τους γνωρίζουμε και ξέρουμε την αξία τους, τις αρχές τους, τις δυνατότητές τους, τις προθέσεις τους. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στην αγάπη, εννοούμε ότι την υιοθετούμε ως αξία στη ζωή μας. Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στον θεό, εννοούμε ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως υπάρχει, χωρίς να διαθέτουμε αποδείξεις και τεκμήρια για το γεγονός αυτό. Είναι πολύ διαφορετικά πράγματα.
- Τι να σου πω, αυτό μου ακούγεται κάπως, είναι πολύ...
- ...λογικό μήπως;
- Ναι, κοίταξε, καλή είναι η λογική, αλλά χρειάζεται και άλλα πράγματα, το συναίσθημα ας πούμε...
- Φυσικά και χρειάζομαι το συναίσθημα για να σχετιστώ με τους φίλους μου και τους άλλους ανθρώπους. Όταν όμως θέλω να κατανοήσω πώς λειτουργεί ο κόσμος και ποια είναι η πραγματικότητα, χρειάζομαι τη λογική.
- Α, είναι πολύ εγκεφαλικό για μένα αυτό.

Ανάλυση

Κατά την άποψή μου, η λέξη πίστη χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη με πολλές διαφορετικές έννοιες.
Όλες τους λίγο έως πολύ οι έννοιες του "πιστεύω" μπορούν να αναχθούν στη φράση "τρέφω την πεποίθηση", όπου η εν λόγω πεποίθηση είναι περισσότερο ή λιγότερο βάσιμη - κι εκεί έγκειται η διαφορά και η διάκρισή τους, όπως θα αναλύσω παρακάτω.

1. Εμπιστοσύνη, π.χ. "πιστεύω σε εσένα" σημαίνει "σε εμπιστεύομαι".
Όταν λέμε ότι πιστεύουμε σε κάποιον εννοούμε ότι έχουμε σχηματίσει την πεποίθηση, από την μέχρι τώρα συμπεριφορά του και όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με εκείνον, ότι θα μας φερθεί καλοπροαίρετα, ή/και ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για να πετύχει έναν συγκεκριμένο στόχο. Πιστεύουμε ότι είναι καλός φίλος, πιστεύουμε ότι θα περάσει τις εξετάσεις του, πιστεύουμε ότι θα πάρει τη δουλειά - το συμπεραίνουμε από τα δεδομένα που έχουμε συλλέξει γι' αυτόν τον άνθρωπο, έστω και ασυναίσθητα.
Η πεποίθησή μας αυτή έχει μια βάση, επηρεάζεται όμως και από τα συναισθήματά μας, που μας κάνουν να μεροληπτούμε, είτε ασυναίσθητα είτε συνειδητά. Θέλουμε να είναι ο φίλος μας καλός μαζί μας, επομένως προτιμάμε να το πιστέψουμε. Αρχικά βέβαια περιμένουμε να τον γνωρίσουμε καλά πριν τον εμπιστευθούμε, μόλις όμως χτιστεί η αρχική εμπιστοσύνη, προσπαθούμε να την διατηρήσουμε, επιλέγοντας πολλές φορές να αγνοήσουμε ενδείξεις που την καταρρίπτουν. Αν όμως οι ενδείξεις αυτές γίνουν πολλές και σαρωτικές, ή αν τελικά γίνουν αποδείξεις, τότε και η εμπιστοσύνη καταρρέει.
Κάτι ανάλογο γίνεται και με την πεποίθηση ότι ο φίλος μας θα έχει επιτυχίες, επαγγελματικές ή άλλες. Αξιολογούμε βέβαια τις πραγματικές του ικανότητες, συχνά όμως επιλέγουμε, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, να εναποθέσουμε περισσότερη εμπιστοσύνη σε αυτόν απ' όσο θα δικαιολογούσαν τα δεδομένα μας, επειδή επιθυμούμε να πετύχει, και επειδή επιθυμούμε να του μεταδώσουμε την πεποίθησή μας, να του χαρίσουμε αυτοπεποίθηση, να του τονώσουμε το ηθικό. Και εδώ όμως, αν τα δεδομένα στραφούν κατάφωρα εναντίον μας, η εμπιστοσύνη μας θα κλονιστεί.
Ώστε λοιπόν η πίστη στον φίλο είναι εμπιστοσύνη, η οποία είναι εν μέρει βάσιμη (προϊόν δεδομένων και λογικής επεξεργασίας) κι εν μέρει αβάσιμη (προϊόν ευσεβούς πόθου). Η πίστη αυτή μπορεί βεβαίως να προδοθεί ή να κλονιστεί, αυτό όμως τι σημαίνει; Σημαίνει ότι είτε είχαμε εξ αρχής εσφαλμένα ή ελλιπή δεδομένα, είτε δεν τα επεξεργαστήκαμε σωστά, είτε τα δεδομένα άλλαξαν στην πορεία και δεν το αντιληφθήκαμε, είτε επιλέξαμε να εναποθέσουμε εμπιστοσύνη σε ανάξιο γι' αυτήν άτομο.

2. Υιοθέτηση αξίας, π.χ. "πιστεύω στην αγάπη" σημαίνει "υιοθετώ την αγάπη ως αξία στη ζωή μου".
Όταν λέμε ότι πιστεύουμε στην αγάπη, δεν εννοούμε ότι διαπιστώσαμε την ύπαρξη της αγάπης, ούτε ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως υπάρχει χωρίς όμως να έχουμε καμία απόδειξη γι' αυτό. Η αγάπη υπάρχει διαπιστωμένα, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι - όπως και το μίσος, η καλοσύνη, η ζήλια, η ευγένεια, η εχθρότητα, κι ένα σωρό άλλες πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των ανθρώπινων συναισθημάτων.
Βιώνουμε την αγάπη μέσα από τις σχέσεις μας, την βρίσκουμε ικανοποιητική, την αξιολογούμε ως πολύτιμη, και την ενσωματώνουμε στο σύστημα αξιών μας. Μέχρις εδώ έχουμε βασιστεί σε δεδομένα και έχουμε πάρει μια προσωπική και επομένως υποκειμενική απόφαση. Από εκεί και μετά ενδέχεται να μεροληπτούμε ως προς τη δύναμη της αγάπης, ως προς το κατά πόσον είναι διαδεδομένη, κατά πόσον μπορεί να διαδοθεί, κατά πόσον μπορεί να επιβληθεί και να εξαπλωθεί.
Όταν λέμε λοιπόν ότι πιστεύουμε στην αγάπη εννοούμε ότι μας δίνει ικανοποίηση, ότι προσπαθούμε να την καλλιεργούμε, ότι την έχουμε υιοθετήσει ως αξία, ότι ελπίζουμε πως θα επικρατήσει έναντι του μίσους, καθώς επίσης και ότι τρέφουμε την πεποίθηση πως μπορεί να επηρεάσει τους ανθρώπους, πως είναι ισχυρότερη από το μίσος, πως μπορεί να επικρατήσει στον κόσμο, πεποιθήσεις οι οποίες είναι εν μέρει βάσιμες κι εν μέρει αβάσιμες

3. Βάσιμη εκτίμηση, π.χ. "πιστεύω ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει τον αγώνα" σημαίνει "εκτιμώ βάσει των δεδομένων ότι το τάδε άλογο έχει περισσότερες πιθανότητες από τα άλλα να κερδίσει τον αγώνα".
Όταν χρησιμοποιούμε το "πιστεύω" με την έννοια αυτή μπορεί να θεωρηθεί περίπου συνώνυμο με το "θεωρώ" και το "νομίζω", και κατά τη γνώμη μου στην περίπτωση αυτή είναι απείρως προτιμότερο να χρησιμοποιούμε αυτά, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Συνήθως χρησιμοποιούμε το "πιστεύω" όταν η πεποίθησή μας είναι ισχυρότερη και τα "θεωρώ" ή "νομίζω" όταν είναι λιγότερο ισχυρή. Σε κάθε περίπτωση όμως, με λίγη συζήτηση διαφαίνεται ότι η πεποίθησή μας είναι αρκετά βάσιμη και συνιστά προϊόν λογικής επεξεργασίας δεδομένων, αν και βεβαίως δεν μπορεί να θεωρηθεί βεβαιότητα ούτε και αξιώνουμε κάτι τέτοιο.
Ο άνθρωπος που τρέφει μια τέτοια πεποίθηση δεν προσβάλεται αν αυτή αμφισβητηθεί, και είναι διατεθειμένος να την συζητήσει και να ακούσει επιχειρήματα για άλλες θέσεις, ακόμη και διαμετρικά αντίθετες. Κανείς δεν θέλει να χάσει στο στοίχημα του ιπποδρόμου, όσο λοιπόν κι αν πιστεύει ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει, αν έχει μια αξιόπιστη πληροφορία για το αντίθετο, θα την αξιολογήσει και θα την λάβει σοβαρά υπ' όψη του.
Εδώ μπορεί να ενταχθεί και η υποτιθέμενη "πίστη" σε κάποια επιστημονική θεωρία ή στην επιστήμη γενικά. Οι επιστημονικές θεωρίες διατυπώνονται βάσει παρατηρήσεων και λογικής επεξεργασίας και καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια να προσεγγίσουν την πραγματικότητα. Εάν δε τα δεδομένα τις αντικρούσουν, απορρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη. Πλήρης αντίθεση με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις που διατυπώνονται με μόνο γνώμονα να ικανοποιήσουν συναισθηματικές ανάγκες των πιστών και δεν επιδέχονται λογική αμφισβήτηση ούτε απόρριψη. Η επιστήμη λειτουργεί με βάση τις επιστημονικές θεωρίες όπως τις περιγράψαμε πιο πάνω, με βάση δηλαδή τα τεκμήρια, τη λογική επεξεργασία και την επαλήθευση, και συνιστά διαπιστωμένα τον μόνο αξιόπιστο και αποτελεσματικό τρόπο κατανόησης και χειρισμού του κόσμου.
Ώστε όταν λέμε πιστεύω ότι το τάδε άλογο θα κερδίσει ή πιστεύω ότι θα πέσουν οι τιμές στο χρηματιστήριο ή πιστεύω ότι θα βρέξει αύριο και τα όμοια, αναφερόμαστε σε μια βάσιμη πεποιθηση που σχηματίσαμε με βάση πραγματικά δεδομένα και λογική επεξεργασία - τις επιδόσεις του αλόγου, την κίνηση του χρηματιστηρίου, τις καιρικές συνθήκες που παρατηρήσαμε.

4. Αβάσιμη πεποίθηση, π.χ. "πιστεύω στις νεράιδες" σημαίνει "τρέφω την πεποίθηση ότι υπάρχουν νεράιδες παρά το γεγονός ότι δεν διαθέτω αποδείξεις και παρά το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές ενδείξεις για το αντίθετο".
Εδώ εντάσσεται επίσης η πίστη στους καλικάντζαρους, στα ζώδια, στον άγιο Βασίλη, στο γέτι των Ιμαλαΐων, στους δαίμονες και στους θεούς. Όλες αυτές οι οντότητες, καθώς και άλλες πολλές, είναι προϊόντα μυθοπλασίας κατά συνεπώς πάσα πιθανότητα φανταστικές, γεγονός που κάθε λογικός άνθρωπος αναγνωρίζει και παραδέχεται. Δεν υφίσταται κανένα τεκμήριο για την ύπαρξή τους, όλες οι ιστορίες που τα αφορούν είναι ανεκδοτολογικές και μυθολογικές, πολλά στοιχεία συνηγορούν υπέρ της ανυπαρξίας τους, και παρ' όλ' αυτά πολλοί άνθρωποι τρέφουν την πεποίθηση ότι υπάρχουν.
Τέτοιες πεποιθήσεις, ακριβώς επειδή δεν βασίζονται σε δεδομένα ούτε σε λογική αλλά έρχονται σε αντίθεση και με τα δύο, τοποθετούνται υπεράνω αμφισβήτησης από όσους τις τρέφουν. Η πίστη, δηλαδή η εμμονή στην αβάσιμη πεποίθηση σε πείσμα των δεδομένων και της λογικής, υιοθετείται ως αξία, και όσο περισσότερο αμφισβητείται η πίστη από άλλους ανθρώπους ή αντικρούεται από τα δεδομένα, τόσο ο πιστός αισθάνεται δικαιωμένος και ικανοποιημένος για την ικανότητά του να παραμένει προσκολλημένος στην πεποίθησή του.
Όταν λοιπόν μιλάμε για πίστη στο θεό, εννοούμε αβάσιμη πεποίθηση η οποία δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.

Συμπέρασμα

Η τεράστια παρεξήγηση που δημιουργείται εξαιτίας όλων αυτών είναι ότι στη φράση "πιστεύω στον θεό" παραλείπουμε ως αυτονόητο τη λέξη "ύπαρξη": στην πραγματικότητα εννοούμε "πιστεύω ότι υπάρχει θεός".

Αντίθετα όταν λέμε "πιστεύω στον φίλο μου" ή "πιστεύω στην αγάπη" προφανώς δεν εννοούμε "πιστεύω ότι υπάρχει ο φίλος μου" ή "πιστεύω ότι υπάρχει η αγάπη", αλλά "πιστεύω ότι ο φίλος μου έχει καλό χαρακτήρα" ή "πιστεύω ότι ο φίλος μου έχει ικανότητες" και "πιστεύω ότι η αγάπη είναι πολύτιμη" ή "πιστεύω ότι η αγάπη είναι ισχυρή" αντίστοιχα.

Το γεγονός ότι ο φίλος μου υπάρχει δεν χρειάζεται να το πιστέψω: το διαπιστώνω με τις αισθήσεις και την αντίληψή μου, και μπορεί να το διαπιστώσει καθένας, μπορεί να τον βγάλει φωτογραφία, να τον ζυγίσει, να τον μετρήσει, να του κάνει ανάλυση αίματος πράγματα που δεν μπορεί κανείς να κάνει με τον θεό.

Το γεγονός ότι υπάρχει αγάπη μπορούμε επίσης να το διαπιστώσουμε: είναι μια πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, τόσο αληθινή όσο και το μίσος, είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε το θέλουμε είτε όχι, είτε την νιώθουμε είτε όχι. Δεν χρειάζεται να πιστέψουμε ότι υπάρχει, το παρατηρούμε καθημερινά στη συμπεριφορά των ανθρώπων γύρω μας.

Το γεγονός ότι υπάρχει θεός όμως δεν μπορούμε να το διαπιστώσουμε: για να το δεχτεί κάποιος πρέπει να το πιστέψει, δηλαδή να κάνει στην άκρη τη λογική του, να αγνοήσει την ανυπαρξία τεκμηρίων υπέρ της ύπαρξής του και την αφθονία ενδείξεων της ανυπαρξίας του, και να πει "υπάρχει" γιατί έτσι, γιατί έτσι θέλει, γιατί έτσι του αρέσει, γιατί έτσι του είπε η μαμά του ή γιατί αισθάνεται καλά όταν το λέει, και τέρμα.

Έχει μια μικρή διαφορά, δεν νομίζετε;

Μια μικρή ειδοποιό διαφορά που θεωρώ σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε όλοι, πιστοί και άπιστοι, και να λαμβάνουμε υπ' όψη μας όταν χρησιμοποιούμε λέξεις όπως "πιστεύω" και "πίστη".

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ εΛΛΗΝΑΚΙ

Προσφάτως συνειδητοποίησα ότι είχα παραλείψει να προσθέσω στη λίστα με τα μπλογκ που παρακολουθώ ένα από τα καλύτερα: Το ελληνάκι.

Έβαλα με μικρό αρχικό έψιλον τον τίτλο στον τίτλο, επειδή το ίδιο το ελληνάκι το θέλει το μικρό αρχικό του, κατ' αντιδιαστολή με τον κάθε ΕΛΛΗΝΑΡΑ που είναι όλο κεφαλαία και σκάει μόλις τον τρυπήσεις με καρφίτσα.

Πολλά λόγια δεν χρειάζονται, άλλωστε δεν είναι νέο μπλογκ. Ρίξτε μια ματιά και πεισθείτε μόνοι σας.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

ΤΙΜΗΣ ΕΝΕΚΕΝ

Κάθε φορά που καθαρίζω το σπίτι, θυμάμαι την Αγγελική.

Η Αγγελική ερχόταν μια φορά την εβδομάδα στο πατρικό μου και καθάριζε. Ερχόταν τόσο πολλά χρόνια ώστε έμοιαζε πλέον "της οικογένειας". Όσο κι αν έμοιαζε, όμως, ήξερε και ξέραμε ότι δεν ήταν.

Η Αγγελική άρχισε να εργάζεται από 11 ετών. Δεδομένου ότι σήμερα τα έχει πατήσει τα εβδομήντα, μιλάμε περίπου για το 1940. Ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια, νομίζω ορφανή από πατέρα. Κάποιος συγγενής της πρότεινε σε μια θεία της μητέρας μου να την πάρει εσωτερική, χωρίς μισθό, για να κάνει τις δουλειές και "να τρώει και κάτι", γιατί στο δικό της σπιτικό δεν είχαν να φάνε. Είναι πιθανό να επρόκειτο για την περίοδο της κατοχής, που το φαγητό σπάνιζε, αν και δεν είμαι σίγουρη: ενδεχομένως να ήταν προπολεμικά. Θα πρέπει να ρωτήσω τη μητέρα μου, θεματοφύλακα των οικογενειακών μύθων.

Όπως και να έχει, η ενδεκάχρονη τότε Αγγελική πήγε στο σπίτι της εικοσάχρονης περίπου και νιόπαντρης τότε θείας της μητέρας μου, σε μια επαρχιακή πόλη. Ο θρύλος λέει ότι ήταν τόσο καχεκτική και αδύνατη που φαινόταν οκτώ χρονών και όχι έντεκα. Η αφεντικίνα της ευτυχώς δεν της έβαλε βαριές δουλειές. Από την άποψη αυτή ήταν τυχερή, γιατί δεν θα ήταν καθόλου παράξενο για τα δεδομένα της εποχής να την βάλουν να σκοτώνεται στη δουλειά από το πρωί ως το βράδυ και να της ρίχνουν και κανένα σκαμπίλι. Για καλή της τύχη όμως δεν έγινε έτσι: βοηθούσε σε διάφορες ελαφρές δουλειές και σίγουρα έτρωγε πολύ καλύτερα απ' όσο στο σπίτι της.

Όταν γεννήθηκε η κόρη της αφεντικίνας της, η Αγγελική έγινε σωστή μάνα. Η αληθινή μάνα του μωρού για κάποιο λόγο δεν το άντεχε. Το κλάμα την εκνεύριζε, η φροντίδα του παιδιού την κούραζε και την απωθούσε, με αποτέλεσμα η Αγγελική, μεγαλύτερη τώρα πια, να επιφορτιστεί μετά χαράς όλες τις απεχθείς μικροδουλειές που αφορούσαν το μωρό: τάισμα, πλύσιμο, ντύσιμο, κοίμισμα, βόλτα. Το παιδάκι έφτασε να θεωρεί την Αγγελική μάνα του περισσότερο απ' όσο θεωρούσε την φυσική του μητέρα. Όταν, μετά από μερικά χρόνια, η Αγγελική έφυγε για την Αθήνα, για να εργαστεί στο πατρικό μου σπίτι, το καημένο το παιδί πλάνταξε στο κλάμα: "Αλικό μου! Αλικό μου!"

Έτσι η Αγγελική βρέθηκε να ζει στο σπίτι όπου πολύ αργότερα θα γεννιόμουν εγώ. Απ' όσο ξέρω δεν έμεινε πολύν καιρό εκεί: παντρεύτηκε και άνοιξε δικό της σπιτικό. Μετά απ' αυτό συνέχισε να εργάζεται σε σπίτια σαν καθαρίστρια, ξεκινώντας από τα σπίτια συγγενών και γνωστών όπου την είχαν συστήσει οι δικοί μου. Και μέχρι την ημέρα που σταμάτησε να εργάζεται, πολύ μεγάλη πλέον, με κιρσούς στα πόδια και με αρθρίτιδα, ακόμη και όταν είχε αφήσει τους περισσότερους πελάτες της γιατί ήταν πια κουρασμένη και σε ηλικία συνταξιοδότησης, εξακολούθησε να καθαρίζει το δικό μας σπίτι.

Από παιδί θυμάμαι την Αγγελική να έρχεται κάθε Παρασκευή, γελαστή, κεφάτη, πάντα ευδιάθετη. Πήγαινε στο μικρό μπάνιο και άλλαζε, φυλώντας τα ρούχα της σε ένα ντουλάπι που βρισκόταν απ' έξω, το ίδιο ντουλάπι που βάζαμε τις σκούπες και τα ξεσκονόπανα. Ύστερα ξεσήκωνε το σπίτι και άρχιζε. Όταν είχε σειρά να καθαρίσει κάποιο δωμάτιο, τίποτε δεν τη σταματούσε: όποιος κι αν ήταν μέσα, ό,τι κι αν έκανε, έμπαινε φουριόζα κι έβαζε μπρος την ηλεκτρική. Το μόνο μέρος που είχε μια σχετική ασυλία ήταν το γραφείο του πατέρα μου, αλλά και εκεί ακόμη διεκδικούσε το δικαίωμα να το καθαρίσει, ακόμη κι αν εκείνος είχε κάποια δουλειά. Το μόνο που δεν πείραζε ήταν τα χαρτιά του: της το είχε απαγορεύσει. Ξεσκόνιζε μόνος του την επιφάνεια του γραφείου, για να μην του τα ανακατέψουν. Όσο εκείνη επέμενε ότι έπρεπε να καθαρίσει, εκείνος απαντούσε: "Η σκόνη που κάθεται δεν ενοχλεί κανέναν. Η σκόνη που ανακατεύετε εσείς με τα ξεσκονόπανα, αυτή είναι που μας χώνεται στη μύτη."

Όταν έπιανε το σαλόνι, αναποδογύριζε τις καρέκλες για να σκουπίσει κάτω από το τραπέζι. Έπιανε κάθε μια καρέκλα, ξύλινη, βαριά, με δερμάτινο κάθισμα και ράχη, και με το ξεσκονόπανο καθάριζε τα πόδια και τα δυο ξύλα που ενώνονταν χιαστί ανάμεσά τους και τα στήριζαν. Ύστερα κάθιζε την καρέκλα ανάποδα πάνω στην επιφάνεια του μετάλου τραπεζιού με τα σκαλιστά πόδια, πιο χοντρά από τα δικά μου, ενωμένα κι αυτά με φαρδιά ξύλα σε σχήμα >--<, όπου μου άρεσε να κάθομαι και να παίζω, ιδίως όταν ήταν στρωμένο κανένα φαρδύ τραπεζομάντηλο και ο χώρος αποκάτω θύμιζε σπηλιά ή κρυφό καταφύγιο.

Αυτήν την κίνηση, το αναποδογύρισμα, το ξεσκόνισμα, αυτό θυμάμαι κάθε φορά που καθαρίζω την κουζίνα μου. Εγώ βλέπετε δεν έχω τραπεζαρία, δεν είμαστε τέτοιο στυλ, τρώμε στην κουζίνα, μόνο χριστούγεννα και πάσχα τρώμε στο σαλόνι, και τότε φέρνουμε μέσα το πτυσσόμενο τραπέζι απ' το μπαλκόνι μας και του πετάμε ένα ωραίο τραπεζομάντιλο. Την παλιά τραπεζαρία την έχει κρατήσει η αδελφή μου, μαζί με τον ασορτί μπουφέ, αλλά την έχει κι εκείνη χωμένη σε μια αποθήκη, γιατί θέλει πολύ μεγάλο σαλόνι για να τα χωρέσει αυτά. Το πατρικό μου ήταν τεράστιο βλέπετε, το δικό μου σπίτι δεν είναι ούτε το μισό.

Κάθε φορά που καθαρίζω την κουζίνα μου, θυμάμαι την Αγγελική. Που ήταν της οικογένειας κι ας μην ήταν. Γιατί μπορεί η μάνα μου να με έμαθε να φτιάχνω πατάτες γιαχνί και ο πατέρας μου να με έμαθε να αλλάζω μια πρίζα, αλλά η Αγγελική με έμαθε να αναποδογυρίζω τις καρέκλες, να τους ξεσκονίζω τα πόδια και να τις ακουμπάω ανάποδα πάνω στο τραπέζι για να σκουπίσω και να σφουγγαρίσω από κάτω.

Ποτέ μου δεν πήρα "γυναίκα". Καθαρίζω μόνη μου το σπίτι. Όχι για λόγους οικονομικούς, αλλά από θέση. Γιατί δεν θέλω να έχω δούλους, και έχω παρατηρήσει ότι στους καθαριστές και τους κάθε λογής υπηρέτες συμπεριφερόμαστε αναπόφευκτα σαν σε δούλους - έστω κι αν είμαστε ευγενικοί και συκακταβατικοί αφεντάδες, δεν παύουμε να νιώθουμε αφεντάδες - και γιατί πιστεύω ότι το καθάρισμα του σπιτιού είναι όπως η προσωπική καθαριότητα: κάτι που καθένας οφείλει να κάνει μόνος του για τον εαυτό του. Θεωρώ ότι καθένας πρέπει να καθαρίζει αυτά που λερώνει και να τακτοποιεί αυτά που αναστατώνει. Μάλιστα πιστεύω ότι το ίδιο ισχύει και σε κοινωνικό επίπεδο: όλοι θα έπρεπε να κάνουμε μια εξάμηνη θητεία ως οδοκαθαριστές ή έστω κάποιες βάρδιες. Νομίζω ότι αν το κάναμε, θα προσέχαμε πολύ περισσότερο να μην ρυπάνουμε. Ακόμη και τα πολύ "σημαίνοντα" πρόσωπα, ας πούμε ο πρόεδρος της δημοκρατίας ή ένας διάσημος νευροχειρουργός. Πάντα μπορεί να βρεθεί λίγος χρόνος, έστω και μια φορά το μήνα, κι άλλωστε δεν είναι κανείς πρόεδρος όλη του τη ζωή.

Γι' αυτό λοιπόν καθαρίζω μόνη μου το σπίτι μου, αλλά και γιατί δεν μου αρέσει να χώνεται άλλος στον προσωπικό μου χώρο: νιώθω ότι τον σφετερίζεται. Γιατί αν δεν καθαρίσω μόνη μου την κουζίνα, πώς θα κρατήσω ζωντανή την μνήμη της Αγγελικής;

Όταν τελείωνε με το σπίτι, έπιανε τη βεράντα, μεγάλη όσο το σαλόνι κι ακόμη μεγαλύτερη. Με το ένα χέρι έριχνε νερό με το λάστιχο και με το άλλο χέρι κρατούσε τη σκούπα και έσπρωχνε τα νερά προς την άκρη, να πέσουν στο χώμα του κήπου. Καμιά φορά μου άρεσε να της κρατώ εγώ το λάστιχο, ή να σπρώχνω τα νερά με τη σκούπα, γιατί ήταν διασκεδαστικό, και γιατί η Αγγελική ήταν πάντα γελαστή και πάντα ευχάριστη παρέα.

Κι όταν απόσωνε όλες τις δουλειές, πήγαινε πάλι στο μικρό μπάνιο, άλλαζε ρούχα, και τότε η μάνα μου της έδινε ένα μασούρι με χρήματα που τα έβαζε στην τσάντα της. Και γύριζε σπίτι της, με δύο λεωφορεία, ως την επόμενη φορά.

Μέχρι που μεγάλωσε πολύ δεν μπορούσε πια να εργαστεί, αλλά σε μας ερχόταν ακόμη, νομίζω πιο πολύ από συνήθεια, κάπως σα να λέμε τιμής ένεκεν. Γιατί δεν έκανε πια πολλές δουλειές, δεν είχε αντοχή, και η μητέρα μου ήταν κι αυτή μεγάλη, και άρχισε να παίρνει και μιαν άλλη γυναίκα κάθε δεκαπέντε. Αλλά η Αγγελική ερχόταν, όσο άντεχε, και αναποδογύριζε τις καρέκλες και τις περνούσε με το ξεσκονόπανο.

Κι όταν πια δεν μπορούσε ούτε αυτό να κάνει, σταμάτησε πια να 'ρχεται. Έγινε σαν μια μακρινή ξαδέλφη που τηλεφωνεί στις γιορτές και περνά μια δυο φορές το χρόνο για έναν καφέ. Μαθαίνω νέα της από τη μάνα μου. Σπάνια τη βλέπω πια.

Μα την θυμάμαι κάθε φορά που καθαρίζω την κουζίνα και αναποδογυρίζω τις καρέκλες.

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΑΝΟΧΗ

Οι τακτικοί αναγνώστες μου γνωρίζουν ότι το μόνο περιοδικό έντυπο που διαβάζω είναι το ένθετο της κυριακάτικης El País, κι αυτό επειδή ο άντρας μου αγοράζει την εφημερίδα.

Στο τελευταίο τεύχος λοιπόν, με αφορμή την επέτειο των 35 ετών του ένθετου, σε ένα παλιό άρθρο σχετικά με την μετανάστευση, διαβάζω για την Μελίγια, το ένα από τα δύο ισπανικά προπύργια στην βόρεια ακτή της Αφρικής, ότι ονομάζεται και "πόλη της ανεκτικότητας" ("ciudad de la tolerancia") επειδή εκεί συμβιώνουν αρμονικά μουσουλμάνοι, χριστιανοί και εβραίοι (αρμονικά πάει να πει, υποθέτω, ότι δεν σφάζονται αναμεταξύ τους, αν μη τι άλλο).

Η λέξη "ανεκτικότητα" ήταν που με έβαλε σε σκέψεις.

Στην σύγχρονη προοδευτική κοινωνία μας, η ανεκτικότητα (tolerance όπως λέμε στα ελληνικά) προβάλλεται ως ιδανικό.

Μιλάμε για "ανεξιθρησκεία" και θεωρούμε ότι είναι μια ιδανική κατάσταση για τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων με διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις. Είναι και που αυτό το "ανεξι" στο πρώτο συνθετικό θυμίζει κάπως την "ανεξαρτησία" που ακούγεται ωραία και απελευθερωτικά, και δεν συνειδητοποιούμε ίσως ότι στην πραγματικότητα προέρχεται από την "ανοχή", πάει να πει ότι ανεχόμαστε όλες τις θρησκείες - κάπως όπως ανεχόμαστε την κυβέρνηση ή τις αλλαγές του καιρού: σαν αναγκαία ή αναπόφευκτα δεινά.

Ανεχόμαστε τους "αλλόθρησκους", ανεχόμαστε τους "αλλοδαπούς", ανεχόμαστε κάθε τι "άλλο" και "ξένο", με την ανωτερότητα και τη μεγαλοθυμία των πολιτισμένων. Ή τέλος πάντων, παριστάνουμε ότι τα ανεχόμαστε, αρκεί να μην μας ενοχλούν, να ξέρουν ποια είναι η θέση τους, βρε αδελφέ, να μην αξιώνουν τίποτε παραπάνω από αυτήν την ανεκτικότητα. Οι αλλόθρησκοι να αρκούνται στο δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών και από τη συμμετοχή σε τελετές, να μην ζητούν κατάργηση του μαθήματος και των τελετών, να αρκούνται στο δικαίωμα της λατρείας, να μην ζητούν κατασκευή τεμένους για να ασκήσουν αυτό τους το υποτιθέμενο δικαίωμα. Οι αλλοδαποί να αρκούνται στις δουλειές δεύτερης και τρίτης κατηγορίας , να μην ζητούν πιο αξιόλογη καριέρα, να αρκούνται στην σιωπηρή ανοχή της παρουσίας τους και στην σιωπηρή εκμετάλλευσή τους, να μην ζητούν κοινωνική ένταξη και ισοτιμία στην εργασία.

Οι λευκοί, χριστιανοί, παραδοσιακοί ευρωπαίοι της Γαλλίας, της Ελβετίας, του Βελγίου, ανέχονται τους σκούρους μουσουλμάνους μετανάστες - ή και όχι τόσο μετανάστες πια, μετά από δυο και τρεις γενιές - και τούμπαλλιν: οι μετανάστες ανέχονται τους γηγενείς (των οποίων οι πρόγονοι μετανάστευσαν εκεί μάλλον αρκετά παλαιότερα κι έτσι έχουν κατακτήσει το δικαίωμα να νιώθουν ότι ο τόπος είναι "δικός τους"). Περνούν ο ένας δίπλα από τον άλλον ρίχνοντας κλεφτές ματιές, οι μουσουλμάνες κυρίες με τις μαντίλες τους, προμαχώνα της εθνικής και θρησκευτικής τους ταυτότητας για εκείνες, εξοβελισταίο σύμβολο καταπίεσης της γυναίκας για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Ανέχονται την παρουσία ο ένας του άλλου, αν όμως ο γιος ετούτων θελήσει να παντρευτεί την κόρη εκείνων, θα πρέπει να υπερπηδήσει μια σειρά από εμπόδια συχνά ανυπέρβλητα - τα δάκρυα, το θυμό, την ανησυχία, την αποξένωση - με αποτέλεσμα στην πλειονότητα των περιπτώσεων να μην το διανοηθεί καν.

Μαύροι ανέχονται λευκούς, γαύροι ανέχονται βάζελους, θρήσκοι ανέχονται άθεους, όλοι τελικά ανεχόμαστε όλους τους "άλλους" - γείτονες, συναδέλφους, συνανθρώπους, συγκατοίκους στον πλανήτη Γη - και κάτω από τη λεπτή κρούστα της ανοχής σιγοβράζει η ενόχληση, η απέχθεια, η μισαλλοδοξία, η οργή. Είναι αυτό τελικά το ζητούμενο;

Είναι άραγε αρκετό να ανεχόμαστε τους άλλους, ή μήπως χρειάζεται κάτι παραπάνω; Μήπως χρειάζεται να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να παίξουν μαζί, αντί να τα διδάσκουμε να φέρονται αναμεταξύ τους με συγκατάβαση; Μήπως χρειάζεται να δεχτούμε την κυρία με την μαντίλα της και να την καλοσωρίσουμε, σεβόμενοι την επιλογή της, και εκείνη από τη μεριά της χρειάζεται να την βγάλει αυθόρμητα, τιμώντας το δικό μας καλοσώρισμα; Μήπως χρειάζεται να ανοίξουμε διάπλατα τις πόρτες και να στρώσουμε το καλό σερβίτσιο, αντί να ανοίγουμε μια χαραμάδα με την αλυσίδα κουμπωμένη και να ρίχνουμε στα κλεφτά ένα ξεροκόμματο;

Είναι δύσκολο, το ξέρω. Κι εγώ που τα λέω, δύσκολα με βλέπω να πίνω τσάι και να κουβεντιάζω με τον αφγανό μετανάστη - αν μη τι άλλο, υπάρχει πρόβλημα γλώσσας: τα ελληνικά του είναι πενιχρά και τα αφγανικά μου ανύπαρκτα.

Δεν μπορώ όμως να μην παρατηρήσω ότι η "ανεκτικότητα" δεν επαρκεί, ότι αυτό που χρειάζεται δεν είναι ανοχή αλλά αποδοχή.

Και ότι το αντίθετο του μίσους δεν είναι η ανεκτικότητα, αλλά η αγάπη.

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΣΙΓΑ, ΕΧΟΥΜΕ ΞΕΝΟΥΣ!

Προχτές έβλεπα τηλεόραση. Εξτρήμ σπορ, θα μου πείτε, στην ηλικία μου; Το ξέρω, δεν πρέπει...

Παίρνει λοιπόν το μάτι μου τον κύριο Βενιζέλο (όχι τον Ελευθέριο, τον άλλον...), να λέει ότι δεν πρέπει, λέει, να παροτρύνουμε τους πολίτες να μην πληρώσουν τους φόρους και τα τέλη, γιατί τότε βρίσκεται κι εκείνος σε πολύ δύσκολη θέση, λέει, και... "τι θα πω στους ξένους;"

Το μεγαλείο του υπουργού μας με άφησε έκθαμβη, όπως με αφήνει πάντοτε το μεγαλείο των πολιτικών ανδρών μας - γι' αυτό άλλωστε και αποφεύγω να τους κοιτάζω, μην πάθω καμμιά αποκόλληση αμφιβληστροειδούς από το πολύ θάμπος, και δεν είμαστε τώρα για γιατρούς, γιατί χρωστάω ήδη δυο δίμηνα στο ΤΕΒΕ και όπου να 'ναι δεν θα έχω ούτε περίθαλψη.

Τι θα πεις στους ξένους;

Να τους πεις να πάνε από εκεί που ήρθανε, καλέ μου! Θα έλεγα να τους πεις να πάνε στο διάολο - όπως αναφώνησα αυθορμήτως μπροστά στην οθόνη καθοδικού σωλήνος (ναι, καλά διαβάσατε, δεν είναι lapsus, έχουμε την ίδια τηλεόραση εδώ και κάτι δεκαετίες, δεν τα πετάμε εμείς τα πράγματα αν δεν χαλάσουν, δεν είμαστε σπάταλοι άνθρωποι) - αλλά με εμποδίζει η ανατροφή και η παιδεία μου, η λαμπρή παιδεία που μου εξασφάλισε το ελληνικό κράτος, μαζί με ψωμί και ελευθερία.

Τι θα πεις στους ξένους;

Αυτό, καλέ μου, να το ρωτήσει η θεία η Ασημίνα στο κακομαθημένο ανιψάκι της που θέλει να χώσει το χέρι του στο βάζο με το γλυκό μπροστά σους επισκέπτες, να το καταλάβω και να το συγχωρήσω. Να το ρωτήσει η γιαγιά μου στο άτακτο εγγονάκι της που λάσπωσε το χαλί τη μέρα της γιορτής, να το καταλάβω και να το βρω και γραφικό.

Αλλά να το ρωτήσει υπουργός στο λαό που τον εξέλεξε; Στο λαό στον οποίον επιβάλει τον ένα αβάστακτο φόρο μετά τον άλλον, χωρίς καμμία λογική, χωρίς κανέναν προγραμματισμό; Στο λαό τον οποίον οι εν λόγω ξένοι μεταχειρίζονται σαν δουλοπάροικο, με τον κύριο υπουργό να εκτελεί χρέη επιστάτη του κτήματος, χωρίς καμμία αιδώ; Η λέξη ντροπή δεν επαρκεί για να εκφράσει αυτό που θα έπρεπε να νιώσει. Αλλά μάλλον επειδή ακριβώς η λέξη αυτή λείπει από το λεξιλόγιο των πολιτικών, γι' αυτό φτάσαμε εκεί που φτάσαμε.

Στους ξένους δεν έχεις να πεις τίποτα, καλέ μου. Δεν τους χρωστάς τίποτα.

Σε εμάς χρωστάς, αγάπη μου. Πολλά.

Σε εμάς, ξέρεις τι θα πεις;

Ή ακόμη αναρωτιέσαι;

Υ.Γ. ότι θα έφτανα να πολιτικολογώ, έστω και τόσο μπακάλικα, ούτε που μπορούσα να το διανοηθώ όταν άνοιγα το ρημάδι το μπλογκ... σημεία των καιρών.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΠΙΚΡΗ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ένα ψυχρό απόγευμα του Νοέμβρη, σε ένα μικρό χωριό όχι μακριά από την πρωτεύουσα, στο σπίτι του Βαγγέλη του ταξιτζή χτυπάει το τηλέφωνο.
- Ναι;
- Έλα Βαγγέλη, ο Φώντας είμαι. Κοίτα, ξέρω ότι εσείς είστε οικολόγοι και τέτοια, αλλά εγώ θα σ' το πω μπας και σου χρειαστεί. Ένας γνωστός πουλάει ξύλα για το τζάκι, καλά ξύλα, από βουνό, με 90 ευρώ τον τόνο, μόνο σε δικούς μας ανθρώπους. Ξεφορτώνει νύχτα, μην μας πάρει και κανένα μάτι. Άμα είναι πες μου να κανονίσουμε ρε συ. Σκέψου το, εντάξει;
- Πάνω από το πτώμα μου!
- Καλά ρε συ, πώς κάνεις έτσι; Εγώ εσάς σκέφτηκα, ξέρω πώς έχουν σφίξει τα πράγματα, είναι άνεργη και η Ματίνα τόσον καιρό... Σκέψου το πάντως κι αν αλλάξεις γνώμη πες μου.
- Ξέχνα το, άντε μην τα πάρω στο κρανίο...
- Καλά, 'νταξει, αμάν πια! Λοιπόν άντε τα λέμε.
Ο Βαγγέλης ο ταξιτζής, που δεν έχει φέτος να αγοράσει πετρέλαιο και δεν ανάβουν καλοριφέρ στο σπίτι, που αγοράζει τα πιο φτηνά ξύλα - λεμονιές και άλλα οπωροφόρα από τον κάμπο - με 140 ευρώ τον τόνο, κλείνει το τηλέφωνο και πάει να καθήσει μπροστά στο σβηστό τζάκι - είναι νωρίς ακόμη για να ανάψει, κι ας κάνει λίγο ψύχρα.

Αυτή η πικρή, μικρή, πέρα για πέρα αληθινή ιστορία έληξε εκεί, με ένα τέλος που δεν ξέρω αν πρέπει να το χαρακτηρίσω αίσιο, αλλά που σίγουρα είναι ελπιδοφόρο για το μέλλον της ανθρώπινης φυλής και των ελληνικών δασών. Πολύ φοβάμαι όμως ότι σε όλα τα άλλα τηλεφωνήματα που θα κάνει ο Φώντας, το τέλος θα είναι λιγότερο ελπιδοφόρο. Γιατί έχω την εντύπωση ότι είναι πολύ περισσότεροι οι Φώντες παρά οι Βαγγέληδες σε αυτόν τον τόπο.

Και αν στους καιρούς των παχιών αγελάδων ανθούσε η λαμογιά και η αλόγιστη εκμετάλλευση της φύσης, δεν τολμώ ούτε να φανταστώ τι θα γίνει τώρα, που οι αγελάδες όχι μόνον είναι ισχνές, αλλά πολύ συχνά λείπουν και ολότελα.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Περπατώ στους δρόμους της γειτονιάς μου και θαυμάζω. Φαρδιοί δρόμοι, πολυτελή διαμερίσματα, πολυκατοικίες με μεγάλα μπαλκόνια, με πυλωτή, με γκαζόν και με υπόγειο πάρκιν, δύο αυτοκίνητα ανά οικογένεια, κάποια από αυτά ακριβά, μάρκας Mercedes ή BMW, και γενικά καινούρια και σε καλή κατάσταση, άνθρωποι καλοντυμένοι, περιποιημένοι, καλοχτενισμένοι, προσεγμένοι, που φροντίζουν τον εαυτό τους - και δίπλα τους, βουνά σκουπίδια.

Και απορώ: γιατί τα βγάζουν αφού βλέπουν την κατάσταση; Τους ενοχλούν οι δυο σακούλες σκουπιδιών, καλά κλεισμένες, που θα τις έχουν στο τεράστιο πίσω μπαλκόνι τους και δεν θα τις βλέπουν καν, και δεν τους ενοχλούν οι όγκοι από σακούλες στο πεζοδρόμιο, σκισμένες από γάτες και σκύλους, ανοιγμένες, με το περιεχόμενο να ξεχύνεται παντού τριγύρω; Τους ενοχλεί η μυρωδιά που ίσως να παρεισφρήσει από το παράθυρο τις κουζίνας τους (και που αν κλείσουν καλά τη σακούλα και βάλουν και δεύτερη, όπως έκανα εγώ, δεν θα γίνει καθόλου αισθητή) και δεν τους ενοχλεί η πνιγηρή αποφορά αποσύνθεσης στο δρόμο;

Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι που τα πέταξαν, αυτοί δεν περνούν καθημερινά από εκεί; Τα δικά τους παιδιά δεν πατάνε στα αποκρουστικά αυτά υγρά για να πάνε στο σχολείο; Τα ακριβά τους μοκασίνια δεν λεκιάζονται καθώς κατευθύνονται προς τον σταθμό του τραίνου ή προς το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς;

Μάλλον κάτι δεν έχω καταλάβει καλά.

Ίσως δεν περπατούν καθόλου στο δρόμο. Ίσως χώνουν άρον-άρον τα βλαστάρια τους από την είσοδο της οικοδομής κατευθείαν στο σχολικό, το οποίο θα τα μεταφέρει στο άσυλο ακριβών και περιποιημένων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων. Ίσως κατεβαίνουν με το ασανσέρ κατευθείαν στο υπόγειο πάρκιν και βγαίνουν με το αυτοκίνητο, κατευθυνόμενοι προς άλλες γειτονιές, όπου ναι μεν τα σκουπίδια είναι τα ίδια και χειρότερα, αλλά τουλάχιστον εκεί μπορούν να νιώσουν ότι "δεν φταίνε αυτοί".

Ίσως πάλι απλά δεν έχουν καμία αίσθηση ευθύνης απέναντι σε οτιδήποτε δεν είναι αποκλειστικά δικό τους αλλά το μοιράζονται με άλλους, ακόμη κι αν αυτό το κάτι το χρησιμοποιούν καθημερινά και παίζει καίριο ρόλο στη ζωή τους, στην υγεία τους, στην αισθητική τους.

Ναι, μάλλον έχω σχηματίσει τελείως λάθος ιδέα για το ανθρώπινο είδος.

Υ.Γ. Με το που άδειασαν οι πρώτοι κάδοι, την Παρασκευή, θαρρείς και καραδοκούσαν στη γωνία: δεν πέρασαν δυο ώρες και ήταν πάλι ξέχειλοι - με τα σκουπίδια "δεύτερης γραμμής", εκείνων που τα κρατούσαν στα μπαλκόνια τους με νύχια και με δόντια.

Εγώ τα δικά μου δεν τα κατέβασα ακόμη. Περιμένω να φύγει και το δεύτερο κλιμάκιο, να σκουπιστούν και τα λείψανα από τους δρόμους και τα πεζοδρόμια, και μετά θα τα βγάλω.

Κάθονται ήσυχα τα έρμα, μέσα στις σακούλες τους.

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

ΕΙΣΑΙ ΑΝΕΡΓΟΣ; ΓΙΝΕ ΜΠΑΤΣΟΣ!

Προσφάτως ξέχασα την ταυτότητά μου σε κάποια δημόσια υπηρεσία, και ξέχασα ότι την ξέχασα, δηλαδή δεν μπορούσα να θυμηθώ πού την είχα αφήσει. Μετά από κάποιες μέρες χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας νεαρός αστυνομικός ο οποίος, περνώντας τυχαία από την εν λόγω υπηρεσία, είδε την ταυτότητά μου, ρώτησε αν με είχαν ειδοποιήσει, και όταν πήρε αρνητική απάντησε αποφάσισε να με ειδοποιήσει με δική του πρωτοβουλία, αν και δεν συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντά του αυτή η υποχρέωση. Βρήκε το τηλέφωνό μου από τον κατάλογο και με πήρε.

Εννοείται ότι τον ευχαρίστησα θερμά, και πιάσαμε λίγο την κουβέντα. Με πληροφόρησε ότι ήταν καινούριος στο επάγγελμα. Είχε σπουδάσει θεολογία, αλλά ως θεολόγος δεν έβρισκε δουλειά. Τον ρώτησα πώς του φαινόταν η δραματική αυτή αλλαγή καριέρας, και μου απάντησε απλά:
- Κοιτάξτε, τώρα έχω δουλειά.

Έκλεισα το τηλέφωνο γεμάτη σκέψεις. Πριν λίγες εβδομάδες ένας γνωστός μου, πάλι πάνω σε μια γενική κουβέντα, μου είπε ότι ο μικρός γιος του είχε γίνει "μπάτσος".
- Τι να κάνει; Δεν έβρισκε δουλειά - συμπλήρωσε, σαν να ντρεπόταν λίγο.
Και προχτές, μιλώντας με μια φίλη, με πληροφόρησε ότι ένας γνωστός της νέος είχε αποφασίσει να γίνει αστυνομικός για τον ίδιο λόγο: δεν έβρισκε άλλη δουλειά.

Όλα αυτά με έβαλαν σε σκέψεις - λίγο θολές είναι αλήθεια, αλλά ανησυχητικές. Υπάρχει ανεργία, άρα στρεφόμαστε σε όποια δουλειά βρούμε. Και ω του θαύματος, όλως τυχαίως, στην αστυνομία βρίσκουμε! Σε όλο το δημόσιο τομέα υποτίθεται ότι γίνονται περικοπές προσωπικού. Στην αστυνομία δηλαδή δεν γίνονται; Δεν έχουμε χρήματα να προσλάβουμε δασκάλους και γιατρούς, αλλά έχουμε για να προσλάβουμε αστυνομικούς; Και σε ένα σώμα όπου θα έπρεπε όλοι όσοι υπηρετούν να είναι επίλεκτοι, επιτρέπουμε να μπει κάθε πικραμένος που ψάχνει δουλειά, μόνο και μόνο επειδή δεν βρίσκει αλλού;

Είπαμε, θολές σκέψεις. Δεν τα πάω καλά εγώ με την πολιτική. Αλλά τρεις νέοι μπάτσοι μέσα σε ένα μήνα, σε μια περίοδο που όλοι χάνουν δουλειές και κανείς δεν βρίσκει, και μάλιστα στον δικό μου κύκλο που δεν είχα ξανακούσει ποτέ κάτι τέτοιο, είναι λίγο περίεργο. Δεν είναι;

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011, εντεκάμιση το πρωί. Περιφέρομαι στις παρυφές της συγκέντρωσης, μην έχοντας καταφέρει να βρω το πανώ του συλλόγου μου, και μην αντέχοντας τον συνωστισμό και το τσούξιμο των ματιών που σε πιάνει μόλις προχωρήσεις λίγο πιο μπροστά. Με το που βγαίνεις στην πλατεία, σε πνίγει ένας αέρας βαρύς, με την αψιά μυρωδιά των χτεσινών δακρυγόνων. Στην αρχή της Πανεπιστημίου νέα παιδιά μοιράζουν φυλλάδια. Πλησιάζω μια κοπέλα και ζητάω ένα.
- Θα πάρετε και την "Εργατική Αλληλεγγύη"; - μου τείνει την εφημερίδα.
- Εντάξει - απλώνω το χέρι.
- Θα μας ενισχύσετε με δύο ευρώ;
Πληρώνω τα δύο ευρώ, κρατάω την εφημερίδα, κάθομαι σε ένα κάγκελο στην άκρη του δρόμου και την ξεφυλλίζω. Πάνε χρόνια που δεν έχω διαβάσει κάτι τέτοιο, ίσως από φοιτήτρια. Δεν έχω μαζί τα γυαλιά μου - δεν θα ήθελα να μου σπάσουν πάνω σε καμιά αναταραχή, και άλλωστε τι να τα κάνω, σάματις εφημερίδα θα διάβαζα; - και δυσκολεύομαι λίγο στην ανάγνωση.

Στη σελίδα 13 διαβάζω ότι ο Λένιν στον "Αριστερισμό" έχει γράψει:
"Για να συμβεί μια επανάσταση, είναι απαραίτητο η πλειοψηφία των εργατών (ή τουλάχιστον μια πλειοψηφία των ταξικά συνειδητοποιημένων εργατών) να συνειδητοποιήσει πλήρως ότι η επανάσταση είναι αναγκαία και ότι πρέπει να προετοιμάζονται να πεθάνουν για αυτή."

Κοιτάζω γύρω μου. Πακιστανοί πουλούν χειρουργικές μάσκες, σφυρίχτρες και μπουκαλάκια νερού. Ένας σαλεπιτζής με μάσκα αερίων διαλαλεί το προϊόν του, κουλουρτζού υποδέχεται τον συνέταιρο με πέντε έξι κούτες φρέσκα κουλούρια. Ο κόσμος τραγουδάει, γελάει, ανεμίζει σημαίες. Είναι εικόνα επανάστασης αυτή; Είναι αυτοί οι άνθρωποι διατεθειμένοι να πεθάνουν για όσα διεκδικούν;

Νεκρός ένας διαδηλωτής στο Σύνταγμα

Άραγε ο άνθρωπος αυτός ήταν διατεθειμένος να πεθάνει; Ποιος ξέρει. Σίγουρα όταν ξεκινούσε το πρωί δεν είχε κατά νου ότι θα πέθαινε. Ίσως όμως να ήξερε ότι υπήρχε και αυτό το ενδεχόμενο, οσοδήποτε μικρό. Ίσως να είχε σκεφετεί κάποια στιγμή ότι μέσα στην αναμπουμπούλα, η πιθανότητα να συμβεί το χειρότερο είναι αυξημένη. Παρ' όλ' αυτά πήγε. Και πέθανε.

Ας ελπίσουμε ότι δεν θα χρειαστεί να πεθάνουν και άλλοι (από καρδιακές προσβολές που όλως τυχαίως τους έρχονται στις διαδηλώσεις - τόπους χαράς και αναψύξεως - ή από άλλες αιτίες για τις οποίες το κράτος νίπτει τας χείρας του, όπως λόγου χάρη η έλλειψη προσωπικού και φαρμάκων στα νοσοκομεία) μέχρι να αλλάξει κάτι.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Επέστρεφα στο σπίτι μου με τον ηλεκτρικό ένα Σάββατο μεσημέρι γύρω στις δυόμιση, όταν στο σταθμό Ειρήνη μπήκε στο βαγόνι ένας μικρόσωμος άντρας με ακορντεόν, ηλικίας μάλλον γύρω στα τριάντα, και ένα αγοράκι τεσσάρων-πέντε χρονών, επίσης με ακορντεόν περασμένο στους ώμους του και με ένα κομμένο πλαστικό μπουκαλάκι στερεωμένο στο μπροστινό μέρος του οργάνου, προφανώς για να μαζεύει τα ψιλά.

Αριστερά μου υπήρχε μια τετράδα καθισμάτων ελεύθερη, χωρίς κανέναν επιβάτη, και ο άντρας πήγε και κάθισε εκεί, πλάι στο παράθυρο. Ύστερα το αγοράκι άρχισε να παίζει το δικό του ακορντεόν, ή μάλλον να κάνει απλώς θόρυβο ανοιγοκλείνοντάς το, γιατί οι ήχοι που έβγαιναν από το όργανο καμία σχέση δεν είχαν ούτε με αρμονία, ούτε με μελωδία, ούτε με ρυθμό. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα άρχισε και ο άντρας να παίζει, καλύπτοντας τον ήχο του μικρού, ο οποίος σταδιακά σταμάτησε. Ο άντρας έπαιζε αρκετά καλά. Χωρίς να είναι βιρτουόζος, ήταν φανερό ότι ήξερε μουσική και είχε μεγάλη εξοικείωση με το όργανο. Έπαιζε καθισμένος, κοιτώντας έξω από το παράθυρο, κάπως σαν να χάζευε το τοπίο ή να ρέμβαζε. Είχε μια έκφραση ελαφριάς κούρασης και θλίψης. Δεν θα μπορούσα να πω αν ήταν πολύ αφηρημένος ή πολύ συγκεντρωμένος, άλλωστε την περίπτωση αυτή ίσως να είναι το ίδιο πράγμα.

Εντωμεταξύ, ο μικρός στεκόταν κοντά στο διαχωριστικό της επόμενης ομάδας καθισμάτων, που έτυχε να είναι η τελευταία του βαγονιού, αυτή με τα πέντε καθίσματα στη γαλαρία. Ο άντρας είχε γυρισμένη την πλάτη του και δεν τον έβλεπε. Μόλις τελείωσε το κομμάτι που έπαιζε, στράφηκε προς τα πίσω, γυρνώντας το κεφάλι του και το σώμα του, αναζήτησε με το βλέμμα τον μικρό, και μόλις τον είδε το πρόσωπό του γλύκανε, του χαμογέλασε πλατιά και κούνησε το κεφάλι του ενθαρρυντικά, σε μια θερμή χειρονομία.

Μετά από αυτό, ο μικρός άρχισε να περιφέρεται στο βαγόνι, χωρίς να μιλάει και χωρίς να κοιτάζει στα μάτια τους επιβάτες, περιμένοντας απλώς λίγες στιγμές δίπλα στον καθένα για τα λίγα κέρματα που ορισμένοι έριχναν στο μπουκαλάκι.

Δεν συνηθίζω να δίνω χρήματα σε επαίτες. Δεν μου αρέσει ο συναισθηματικός εκβιασμός της παραπονιάρικης φωνής και της έκθεσης της δυστυχίας τους. Επιπλέον αρκετές φορές δίνουν καταφανώς την εντύπωση ότι εξαπατούν, με όλα εκείνα τα χαρτιά νοσοκομείων και τους θρήνους για τα υπεράριθμα παιδιά τους. Σπάνια δίνω ακόμη και σε μουσικούς, και όταν το κάνω πρόκειται συνήθως για μουσικούς που στέκονται και παίζουν στον δρομο, λόγου χάρη σε κάποιον πεζόδρομο του κέντρου, και όχι σε όσους μπαίνουν σε μέσα μαζικής μεταφοράς, γιατί αισθάνομαι ότι και αυτοί κατά κάποιον τρόπο με πιέζουν, μου επιβάλλουν την παρουσία τους μια που δεν μπορώ να ξεφύγω από το βαγόνι, μου εκβιάζουν την συμπόνια και μου δημιουργούν ενοχές με το να στέκονται δίπλα μου και να με κοιτάζουν περιμένοντας τα χρήματα.

Στην περίπτωση αυτή όμως έκανα μια εξαίρεση. Σκάλισα το πορτοφόλι μου και έριξα στο μπουκαλάκι του παιδιού όλα τα ψιλά που είχα (όχι πολλά είναι αλήθεια - νομίζω ούτε ένα ευρώ δεν έβγαζαν), λέγοντας ευχαριστώ με λόγια και με παντομίμα, βάζοντας το χέρι στο στήθος και σκύβοντας σε μια μικρή υπόκλιση. Ενώ το έκανα, κοιταξα τον πατέρα, γιατί ο μικρός ούτε και τώρα δεν είχε σηκώσει το βλέμμα του προς εμένα και δεν απάντησε ούτε καν με ένα νεύμα. Εκείνος είχε τα μάτια καρφωμένα στο παιδί και δεν με πρόσεξε.

Ο μικρός συνέχισε την αποστολή του στο υπόλοιπο βαγόνι, ενώ ο άντρας έπαιζε ένα δεύτερο κομμάτι, πιο γρήγορο από το πρώτο. Το τραίνο πλησίαζε στον επόμενο σταθμό: Νερατζιώτισσα. Μόλις σταμάτησε, ο άντρας έγνεψε στον μικρό, που τον πλησίασε τρέχοντας και βγήκαν έξω μαζί. Τους είδα να πηγαίνουν προς την πεζογέφυρα, κουβεντιάζοντας, με τα κεφάλια γερμένα ο ένας προς την πλευρά του άλλου.

Έγραψα παραπάνω ασυναίσθητα "ο πατέρας", αν και δεν έχω τρόπο να ξέρω αν όντως ο άντρας ήταν ο πατέρας του παιδιού. Αλλά μονάχα ένας πατέρας θα φερόταν με τόση στοργή σε ένα παιδί. Ίσως να μην ήταν ο βιολογικός του πατέρας, ίσως να ήταν κάποιος θείος ή μεγάλος αδελφός, ίσως μάλιστα ο βιολογικός πατέρας να μην είχε φερθεί τόσο στοργικά. Αλλά ο άντρας αυτός φέρθηκε σαν πατέρας - κι αυτό μετράει.

Γι' αυτο και θέλησα τόσο αυθόρμητα να δώσω τα χρήματα - για εκείνο το ζεστό χαμόγελο.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Ανοιχτή επιστολή στον κ. Γεώργιο Παπανδρέου, πρωθυπουργό της Ελλάδας

Κύριε Παπανδρέου,

Έλαβα εχτές ένα δεύτερο εκκαθαριστικό από την εφορία. (Το πρώτο είχε έρθει πριν τρεις μήνες και είχα επιστροφή, την οποία όμως ποτέ δεν εισέπραξα, διότι η ειδοποιήση έλεγε ότι θα έρθει νέα ειδοποίηση, η οποία ποτέ δεν ήλθε.) Το εκκαθαριστικό αυτό έλεγε ότι κάνει να πληρώνω 300 ευρώ επειδή είμαι, λέει, επιτηδευματίας (ελεύθερος επαγγελματίας είμαι, μεταφράσεις κάνω, κύριε Παπανδρέου μου). Ελεγε επίσης ότι κάνει να πληρώνω άλλα 500 τόσα ευρώ ως εισφορά αλληλεγγύης.

Αλληλεγγύη ποιου σε ποιον, κύριε Παπανδρέου μου;

Αφού τα λεφτά πάνε στο κράτος, φαντάζομαι ότι η αλληλεγγύη είναι προς την κυβέρνηση, και μια που εσείς είστε η κεφαλή της κυβέρνησης, τα λέω σε σας. Γιατί, κύριε Παπανδρέου μου, πρέπει να δείξω αλληλεγγύη εγώ σε σας; Πότε δείξατε αλληλεγγύη εσείς σε μένα; Όταν γινόταν η κακοδιαχείριση των πόρων του κράτους, των δήμων, των ασφαλιστικών ταμείων; Όταν η χώρα μας δανειζόταν και τα λεφτά πήγαιναν σε μίζες και σε άχρηστα έργα; Όταν αυξήσατε το ΦΠΑ και μας γεμίσατε φόρους, πνίγοντας την αγορά, με αποτέλεσμα να πέσουν οι δουλειές μας κατακορυφα; Όταν ζητάτε και ξαναζητάτε φόρους και εισφορές χωρίς να έχετε ποτέ δώσει ανάλογες παροχές;

Ποια αλληλεγγύη κύριε Παπανδρέου μου;

Και μη μου πείτε, σαν κάτι άλλους, ότι "μαζί τα φάγαμε". Εγώ τίποτα δεν έφαγα, κύριε Παπανδρέου μου: απόδειξη ότι δεν έχω πάρει δράμι, μάλιστα έχασα προσφάτως μερικά κιλάκια (όχι ότι μου κακοπέφτει, διατηρώ και τη σιλουέτα μου). Εγώ ανήκω στην κατηγορία των ευγενών ηλιθίων που κάνουν ειλικρινή φορολογική δήλωση, που δε ζητούν ρουσφέτια και διορισμούς κάτω από το χαλάκι, που δεν παίρνουν μίζες και φακελάκια, που είναι πάντα συνεπείς στις οικονομικές και λοιπές υποχρεώσεις τους προς το κράτος και προς πάντας. Εγώ δεν σας είπα να πάρετε δάνεια, να κάνετε λάθος επενδύσεις και κακούς χειρισμούς. Εσείς, και καθένας πριν από εσάς στη θέση σας, οριστήκατε εκπρόσωπος του ελληνικού λαού για να διαχειριστείτε με τον καλύτερο τρόπο τον τόπο του - και δεν το κάνατε.

Δεν φταίω εγώ, κύριε Παπανδρέου μου, γι' αυτό - ούτε εγώ ούτε κανένας έλληνας πολίτης, πέρα από όσους συμμετείχαν στη διαφθορά και την κακοδιαχείριση. Και σα να μην έφτανε που πληρώνουμε όλοι εμείς τα δικά σας σπασμένα, χωρίς να έχουμε υποχρέωση, δεν βλέπουμε να απαγγέλλονται κατηγορίες σε κανέναν, δεν βλέπουμε ούτε καν μια δικαστική έρευνα, δεν βλέπουμε να προσάγεται κανείς. Βατοπαίδια, Ζήμενς, σκάνδαλα ένα σωρό, πυροτεχνήματα στην τηλεόραση που αργότερα σβήνουν και κανείς πια δεν ασχολείται μαζί τους, και νομίζετε πως τα ξεχάσαμε. Όχι, κύριε Παπανδρέου μου, δεν τα ξεχάσαμε καθόλου.

Τον περασμένο χρόνο έμεινα ένα εξάμηνο χωρίς καθόλου δουλειά, κύριε Παπανδρέου μου. Ούτε ένας πελάτης, τόσος δα, ούτε για δείγμα. Οι τιμές έχουν πέσει κι άλλο, κύριε Παπανδρέου μου, λες και δεν ήταν ήδη αρκετά χαμηλές. Αλλά εσείς αποφασίσατε ότι ως επιτηδευματίας δεν μπορεί, όλο και κάποιο κομπόδεμα θα έχω χώσει κάτω από το στρώμα, και μου ζητάτε 300 ευρώ τέλος. Κρίμα που είμαι επιτηδευματίας και δεν είμαι επιτήδειος, σαν εσάς, κύριε Παπανδρέου μου. Αλλά αν ήμουν, δε θα βρισκόμουν εδώ: θα λιαζόμουν στις Μαλδίβες με ένα μοχίτο στο χέρι, απολαμβάνοντας τους καρπούς των κόλπων μου.

Οι λογαριασμοί μου στην τράπεζα και το ταμιευτήριο έχουν πατώσει τελείως, κύριε Παπανδρέου μου. Ο ένας έχει μέσα τρία ευρώ και ο άλλος τέσσερα (μπορεί να έχουν και λίγα λεπτουδάκια). Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έβαλα χέρι ως και σε μια μικρή κληρονομιά της ηλικιωμένης μητέρας μου - μη φανταστείτε, δυο τρεις χιλιάδες ευρώ ήταν, τα έφαγε κι αυτά το μεσοπρόθεσμο.

Γιατί πρέπει και να ζήσω, κύριε Παπανδρέου μου. Πρέπει και να πληρώσω τη ΔΕΗ, την ΕΥΔΑΠ, τα κοινόχρηστα. Πρέπει να παώ στο σουπερμάρκετ, στο μπακάλη, στο μανάβη. Ο μήνας έχει είκοσι κι εγώ έχω πενήντα ευρώ στην τσέπη κι αναρωτιέμαι, τι να πρωτοκάνω; Να κάνω τις επισκευές που χρειάζεται το σπίτι, ούτε λόγος. Θα βάλουμε κουβά όταν βρέχει. Αλλά τα άλλα, πώς να τα αγνοήσω; Να μην πάρω γάλα για το παιδί, ψωμί, αυγά; Και με τα φρούτα και τα λαχανικά τι να κάνω; Να ζητήσω βερεσέ; Σαράντα πέντε χρονών γυναίκα, επιτηδευματίας, και να ζητάω βερεσέδια; Ντροπής πράγματα, κύριε Παπανδρέου μου.

Τώρα βέβαια εσάς μπορεί και να μη σας ενδιαφέρει αν θα ζήσω και πώς θα ζήσω, κύριε Παπανδρέου μου. Παράπλευρη απώλεια του μεσοπρόθεσμου κι εγώ όπως και τόσοι. Αλλά αν δεν ζήσω, κύριε Παπανδρέου μου, δεν θα σας πληρώσω. Κι αυτό σας ενδιαφέρει, έτσι δεν είναι;

Οπότε, κύριε Παπανδρέου μου, για σκεφτείτε το λίγο καλύτερα. Κι ο πιο σκληρός εκτροφέας αγελάδων ακόμα, γνωρίζει ότι δεν πρέπει να τα παραζορίζεις τα ζωντανά, γιατί θα σου ψοφήσουν. Κι άμα σου ψοφήσουν, δεν θα έχεις τι να αρμέγεις. Θα χάσεις το εισόδημα, κύριε Παπανδρέου μου.

Για σκεφτείτε το λίγο καλύτερα λοιπόν. Και για ενημερώστε τους φίλους σας στο ΔΝΤ και στα εξωτερικά εκεί πέρα, που τους κάνετε όλα τα γούστα λες και δεν έχετε άλλη έγνοια, γιατί ως φαίνεται δεν ξέρουν ούτε από αγελάδες ούτε από ανθρώπους.

Γιατί αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, κύριε Παπανδρέου μου, εγώ σας το λέω: δε θα καθήσω να ψοφήσω. Θα ακολουθήσω τα άλλα γελάδια που την κοπάνησαν για γειτονικά λιβάδια - ή μήπως δεν έχετε πάρει χαμπάρι, κύριε Παπανδρέου μου, ότι ένα σωρό έλληνες, κυρίως νέοι και φερέλπιδες, έχουν ήδη φύγει για το εξωτερικό;

Και στην ανάγκη, στην απελπισία μας, εμείς τα γελάδια μπορεί και να σηκώσουμε κεφάλι στο βοσκό.

Χωρίς εκτίμηση

Μία ελληνίδα

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

ΑΡΓΙΑ ΜΗΤΗΡ ΠΑΣΗΣ ΚΑΚΙΑΣ

Καλοκαίρι γαρ, μας χτυπάει όσο να είναι η ζέστη στο κεφάλι, ιδίως εμάς που παραμένουμε στα κλεινά προάστεια του κλεινού άστεως εργαζόμενοι σκληρά, ενίοτε δε και μαλακά, πάντως εργαζόμενοι।

Έτσι αναβιώσαμε από τις στάχτες της σαν άλλο φοίνικα την Ελληνική Κλώσσα με μια νέα συνταρακτική αποκάλυψη σε μια αποκλειστική είδηση: Η αλήθεια για το Βόγιατζερ.

Τώρα κατά πόσο θα μας κρατήσει, ο καιρός θα δείξει.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

ΛΕΜΟΝΑΚΙ ΜΥΡΩΔΑΤΟ

Ο Μήτσος είναι οδηγός φορτηγού. Ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους της Ελλάδας μεταφέροντας οτιδήποτε του ανατεθεί από το ένα μέρος στο άλλο. Συνήθως μεταφέρει αγροτικά προϊόντα. Τις προάλλες ανέβηκε Πάτρα, φόρτωσε χύμα λεμόνια Χιλής και τα μετέφερε στα συσκευαστήρια του Άργους. Δυο μέρες αργότερα, τον έστειλαν πάλι στα ίδια συσκευαστήρια, όπου φόρτωσε συσκευασμένα λεμόνια ελληνικά και τα μετέφερε σε διάφορα σούπερ μάρκετ.

Τα λεμόνια Χιλής είναι, λέει, κατά 10 λεπτά φθηνότερα από τα ελληνικά.

Την παραπάνω ιστορία την έμαθα από πρώτο χέρι, από άτομο απόλυτα αξιόπιστο, και έχω κάθε λόγο να θεωρώ ότι είναι αληθινή - αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι το παλικάρι δεν το λένε Μήτσο και δεν πήγε στην Πάτρα ούτε στο Άργος αλλά σε κάποιες άλλες πόλεις (άλλαξα το όνομα και τα τοπωνύμια για να προστατεύσω την ανωνυμία του, όσο μπορώ τέλος πάντων).

Δεν ξέρω εσείς τι συμπέρασμα βγάζετε, εγώ πάντως λέω να αρχίσω φυλάω τα ρούχα μου περισσότερο από πριν. Ήδη κάνω το προφανές: όταν ψωνίζω από σούπερ μάρκετ κοιτάζω πάντα να διαλέγω ελληνικά προϊόντα. Άμα βλέπω μόνο αχλάδια Αργεντινής, λεμόνια Χιλής και πορτοκάλια Ισραήλ, αφήνω τα ψώνια για άλλη μέρα. Δε θα χαθούμε κιόλας.

Κοίτα όμως που μπορεί και να μην είναι αρκετό αυτό. Μπορεί - μπορεί λέμε, μια υπόθεση κάνουμε - τα "λεμόνια Αργολίδας" ή "λεμόνια Κορινθίας" ή ή ή που διαλέγω να καταλαβαίνουν τα ισπανικά καλύτερα από τα ελληνικά. Το κακό είναι πως δε μιλάνε τα άτιμα, κι αναρωτιέμαι τι θα μπορούσε να γίνει. Ας πούμε ένας δειγματοληπτικός έλεγχος με ανάλυση DNA (δε μπορεί, θα είναι διαφορετικές οι λεμονιές της Χιλής, ή μήπως όχι; μήπως όλοι πλέον μπολιάζουν από ένα και μοναδικό δέντρο και όλα τα λεμόνια είναι κλώνοι όλων των υπολοίπων;), με εξέταση της μικροβιακής χλωρίδας (τι στην ευχή, όλο και κάποιο Χιλιανο μύκητα θα πετύχουμε, σωστά;). Αν αποφασίσει ν' ασχοληθεί ας πούμε το Υπουργείο Γεωργίας ή κανένα Ινστιτούτο του Καταναλωτή, ίσως βρεθεί μια άκρη. Ίσως και όχι.

Και στο αναμεταξύ, οι αγρότες της Αργολίδας πετάνε την παραγωγή τους ή εγκαταλείπουν τα κτήματα, οι αγρότες της Χιλής δουλεύουν για τρεις πεντάρες - και πολλά λέω, μάλλον: για βάλτε με το νου σας το κόστος μεταφοράς από το Σαντιάγο ή το Βαλπαραΐσο ως την Πάτρα κι από εκεί ως το Άργος - και κάποιοι μεσάζοντες βγάζουν λεφτά για να μην κάνουν απολύτως τίποτε.

Προς το παρόν, εγώ ψωνίζω από ένα μικρό κατάστημα βιολογικών προϊόντων, όπου εμπιστεύομαι απόλυτα την ιδιοκτήτρια και γνωρίζω ότι φέρνει φρέσκα λαχανικά από το Μαραθώνα κάθε δυο μέρες και όπου το γάλα και τα γιαούρτια προέρχονται από μια μικρή μονάδα στο Λιβαδερό Κομοτηνής.

Παπούτσι από τον τόπο μου, με τη βούλα και με το μαχαίρι.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου κατέληγα ότι το σημαντικότερο - αν όχι το μόνο - όφελος που θα έχουμε από αυτήν την ιστορία με την διαδήλωση-κατασκήνωση στο Σύνταγμα θα είναι το γεγονός ότι ίσως γίνουμε έλληνες.

Όσο το σκεφτόμουν όμως μετά και μέσα από συζητήσεις με φίλους, είδα ότι αλλού ήταν η ουσία. Στο γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι ανέβηκαν τις σκάλες στο σταθμό του μετρό χωρίς να σπρώξει κανείς κανέναν, με υπομονή και ευγένεια. Στο γεγονός ότι μέσα στα βαγόνια δεν υπήρχε το γνωστό παγωμένο, αδιάφορο, άψυχο μπουλούκι, όπου καθένας κοιτάζει να χωθεί πρώτος από την πόρτα και να πιάσει την καλύτερη θέση, και όπου όλοι σφυρίζουν αδιάφορα κοιτάζοντας απλανώς την πάνω αριστερή γωνία αμέσως μόλις βολευτούν, αγνοώντας το γεγονός ότι ίσως κάποιος χρειάζεται μια θέση περισσότερο από τους ίδιους, ή ότι κάποιοι προσπαθούν να προχωρήσουν στο διάδρομο και εμποδίζονται από τους εγκατεστημένους. Το μπουλούκι αυτό λοιπόν είχε εξαφανιστεί και είχε δώσει τη θέση του σε χαμογελαστούς, ομιλητικούς, ευδιάθετους ανθρώπους, πρόθυμους να παραχωρήσουν τη θέση τους σε άλλους, έτοιμους να παραμερίσουν μόλις χρειαζόταν, προχωρώντας ήρεμα και χωρίς σπρωξίματα, με σεβασμό και φροντίδα για τους άλλους.
Στο γεγονός ότι η πλατεία Συντάγματος για λίγες μέρες έχει γίνει χώρος ανταλλαγής απόψεων, χώρος γνωριμιών, χώρος ζυμώσεων. Εκατοντάδες άνθρωποι περνούν από εκεί, για λιγότερο ή περισσότερο χρόνο, ακούν, μιλούν, σωπαίνουν, ρουφούν τα όσα συμβαίνουν.
Και αλλάζουν.
Μέσα από όλα αυτά οι άνθρωποι αλλάζουν.
Ίσως γίνονται λίγο πιο σνειδητοί πολίτες, ίσως ωριμάζουν, ίσως αποκτούν νέους φίλους, νέες ιδέες, νέες προοπτικές. Ίσως μαθαίνουν να συνυπάρχουν και να συνεργάζοναι, ίσως διαπιστώνουν απλώς ότι υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, ίδιοι με αυτούς, διαφορετικοί από αυτούς.
Και ίσως, όταν τελειώσουν όλ' αυτά και όλοι επιστρέψουν στη ρουτίνα τους, ίσως να έχουν κρατήσει κάτι μέσα τους, ίσως να είναι λίγο διαφορετικοί από πριν.

Τελικά, ίσως μέσα από όλο αυτό γίνουμε κάτι παραπάνω από έλληνες: ίσως γίνουμε επιτέλους άνθρωποι.

Υ.Γ. Ίσως ακόμη - γιατί όχι! - ίσως και να ξεκουνηθούν λίγο οι κυβερνώντες και να αλλάξουν το τροπάρι τους. Αλλά και χωρίς αυτό, πάλι κερδισμένοι είμαστε.

ΕΛΛΗΝΕΣ



Έλληνας γίνεσαι, δε γεννιέσαι - αυτός ήταν ο τίτλος μιας ομάδας του facebook της οποίας είμαι μέλος (τώρα έχει αλλάξει σε "Ελληνάρας γεννιέσαι, για να προαχθείς σε Έλληνα κάνε format", πράγμα που με στενοχωρεί, διότι παρά το χιούμορ - το οποίο εκτιμώ - δεν διαθέτει εκείνη την ποιότητα του σλόγκαν που μένει στη μνήμη, ούτε τον άμεσο συνειρμό με το γνωστό ρητό το οποίο τόσο εύστοχα ανασκεύαζε ο αρχικός τίτλος).

Εχτές στο Σύνταγμα είδα πολλούς Έλληνες, διαφόρων ηλικιών και κοινωνικών στρωμάτων. Σίγουρα πολλοί από σας τους είδατε επίσης - είτε ζωντανά είτε στην τηλεόραση και το ίντερνετ. Νέοι, γέροι, έφηβοι, οικογένειες με παιδιά και μωρά στο καροτσάκι. Αρκετά νεαρά αγόρια και κορίτσια, αλλά και καθωσπρέπει κυρίες, και μεσήλικες. Ένα δείγμα θα έλεγα αρκετά αντιπροσωπευτικο αυτής της αόρατης, άπιαστης οντότητας που ονομάζεται "λαός".

Ο σταθμός του μετρό ήταν ξέχειλος από κόσμο. Έχω ξαναπάει σε συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα, αλλά δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Η μεγάλη κεντρική αίθουσα του σταθμού με τα πολλά εκδοτήρια ήταν ασφυκτικά γεμάτη και διαρκώς κατέφθαναν κι άλλοι. Οι σκάλες ήταν κι αυτές γεμάτες κόσμο, και οι κυλιόμενες και οι απλές. Κοινώς, δεν έπεφτε καρφίτσα. Πολύς κόσμος όταν ανέβαινε στη σκάλα κοιτούσε πίσω, γούρλωνε τα μάτια κι άρχιζε να βγάζει φωτογραφίες με το κινητό. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω καμμία καλή φωτό online, η μόνη σχετική που πέτυχα είναι αυτή εδώ, που δεν δίνει καθόλου την πραγματική αίσθηση του χώρου και της κατάστασης:


Δεν θα έφτανα στο σημείο να δηλώσω αγοραφοβική, αλλά είναι γεγονός ότι δεν αισθάνομαι και πολύ άνετα μέσα σε μεγάλο πλήθος και σε τόσο στριμωξίδι. Κατευθύνθηκα προς το ασανσέρ, για να βρεθώ μπροστά σε (ή μάλλον πίσω από) μια μεγάλη ουρά, με πρωταγωνιστές έναν ανάπηρο και δύο μωρά στα καροτσάκια. Το πήρα απόφαση, έκανα μεταβολή και βούτηξα στον όχλο. Μου πήρε γύρω στα δέκα λεπτά να βγω από το σταθμό, αλλά ήταν λιγότερο δύσκολο απ' όσο νόμιζα και απ' όσο φαινόταν: ο κόσμος προχωρούσε - αργά μεν, αλλά σταθερά, και κυρίως με καλή διάθεση και χωρίς σπρωξίματα.
Διέσχισα την πλατεία και κατευθύνθηκα σε γνωστό ταχυφαγείο (ονόματα δε λέμε, μη μας πουν ότι κάνουμε και γκρίζα διαφήμιση) όπου είχα ραντεβού με μια φίλη. Αφού την βρήκα, εγκατασταθήκαμε σε ένα πεζούλι της οδού Ερμού με παγωμένο τσάι και χαζεύαμε τη διαδήλωση (καλός ο ακτιβισμός, αλλά έχουμε και μια κάποια ηλικία, και οι αντοχές μειώνονται - άσε πια τη λανθάνουσα αγοραφοβία).
Επικρατούσε κλίμα πανηγυριού: ψητά καλαμπόκια, ποπκόρν και λουκάνικα, ξυλοπόδαροι και μίμοι, τυμπανιστές και βουβουζέλες πλαισίωναν το δρώμενο. Στα παρτέρια ξάπλωναν οι κατασκηνωτές, ανάμεσά τους και παιδιά του δημοτικού. Χειροποίητα πανώ και πλακάτ με διάφορα συνθήματα. Κάποια στιγμή υψώθηκε στη μέση της πλατείας μια μεγάλη ελληνική σημαία, προκαλώντας ιαχές ενθουσιασμού στο πλήθος. Αρκετός κόσμος κρατούσε πλαστικές σημαιούλες, σαν αυτές που έχουν τα παιδιά στις παρελάσεις.

Μείναμε εκεί μέχρι που πήρε να βραδιάζει. Ύστερα κατηφορίσαμε σιγά-σιγά προς Μοναστηράκι, όπου αφού τσιμπήσαμε κάτι για να στυλωθούμε (είπαμε, ακτιβιστές-ακτιβιστές αλλά όχι και να πεθάνουμε της πείνας!) κατεβήκαμε στο σταθμό και πήραμε το μετρό, καθεμιά προς άλλη κατεύθυνση.
Είχα την τύχη να βρω ελεύθερο κάθισμα. Όταν ο συρμός έφτασε στο Σύνταγμα, συνειδητοποίησα πόσο συνετή ήταν η επιλογή μου να το πάρω από Μοναστηράκι: η αποβάθρα προς αεροδρόμιο ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Το τραίνο γέμισε ώσπου να πεις κύμινο, οι πόρτες έκλεισαν και ξεκινήσαμε. Μέσα στο βαγόνι επικρατούσε ένα κλίμα αδελφοσύνης, χαμόγελα απλώνονταν σε κουρασμένα πρόσωπα. Το συνηθισμένο παγωμένο βλέμμα των επιβατών είχε χαθεί και όλοι δείχνονταν απρόσμενα ευγενικοί, παραχωρώντας καθίσματα σε άλλους, περιμένοντας να περάσει κάποιος χωρίς να τον σπρώχνουν ή να κάνουν πως δεν τον βλέπουν. Ανήκαν πλέον όλοι (ή σχεδόν όλοι) στην ίδια ομάδα, ο κοινός αγώνας τους ένωνε.
Μια εύσωμη πενηντάρα κυρία με γκρίζα μαλλιά και κλασσική φούστα ταγέρ, παρατήρησε: "Στα βόρεια προάστια είναι πιο συνειδητοποιημένοι!"
Πράγματι, η αποβάθρα προς Αιγάλεω είχε ελάχιστο κόσμο - ουσιαστικά τίποτε, σε σύγκριση με την δική μας αποβάθρα, που οδηγούσε σε συνοικίες όπως Χολαργός, Χαλάνδρι, Βριλήσσια και Αγία Παρασκευή. Μπήκα σε σκέψεις: τι σήμαινε άραγε αυτό? Είναι δυνατόν όντως να είναι πιο συνειδητοί οι ευκατάστατοι αστοί του βορρά και να αδιαφορούν για τα κοινά οι προλετάριοι εργάτες του νότου και της δύσης? Όπως κι αν το σκεφτόμουν, δεν έβγαζε νόημα.
Σκέφτηκα πως ίσως οι κάτοικοι του Χαϊδαρίου και του Αιγάλεω, αριστεροί από παράδοση, να είχαν κατέβει στην πρωινή πορεία του Σαββάτου και γι' αυτό να μην έδωσαν το παρόν την Κυριακή - αλλά μου φάνηκε χλωμή η δικαιολογία.
Σκέφτηκα πως ίσως τα μέτρα της κυβέρνησης χτυπάνε περισσότερο τη μεσαία τάξη παρά την κατώτερη, αλλά είμαι σε θέση να ξέρω ότι αυτό δεν ισχύει. Έχω φίλους που ανήκουν στις κατώτερες οικονομικές τάξεις - ένας οδηγός φορτηγού, μία φασονατζού, μία άνεργη - και ξέρω ότι αντιμετωπίζουν μεγάλο πρόβλημα, περισσότερο παρά ποτέ.
Σκέφτηκα πως ίσως οι βόρειοι ήρθαν νωρίς και φεύγουν νωρίς, ενώ οι νοτιοδυτικοί θα μείνουν ως πιο αργά - αυτό είναι μια αρκετά πιθανή εκδοχή.
Σκέφτηκα πως ίσως να ήταν απόλυτα απογοητευμένοι και να μην πίστευαν ότι οι ειρηνικές διαδηλώσεις μπορούν να αλλάξουν κάτι - αν ισχύει αυτό, δεν τους αδικώ: κρίνοντας και από τα σχόλια των κυβερνητικών εκπροσώπων, αλλά και με βάση την κοινή λογική, έχω κάθε λόγο να πιστεύω ότι μας έχουν γραμμένους, ότι η πολιτική τους είναι προκαθορισμένη, και ότι δεν θα ιδρώσει τ' αυτί τους όσο και να φωνάζουμε, όσες μέρες ή εβδομάδες και αν μείνουμε στο Σύνταγμα. Ακόμη κι αν εξαγριωθούμε και επιτεθούμε στη Βουλή με πέτρες και ξύλα, ως άλλοι γάλλοι επαναστάτες στις δικές μας Βερσαλλίες, δεν θα βγάλουμε τίποτα - θα τους δώσουμε απλώς μια δικαιολογία για να κατεβάσουν τα ΜΑΤ ή και το στρατό και να μας διαλύσουν. Στην τελική, αν δουν ότι παραενοχλούμε, θα μας φορέσουν καπέλο μια ωραία χούντα και θα ησυχάσουμε όλοι - δοκιμασμένα πράγματα.

Τελικά, ίσως οι βόρειοι να εξεγέρθηκαν τόσο έντονα, ακριβώς επειδή δεν το είχαν κάνει ποτέ πριν: ποτέ πριν δεν είχαν θιχτεί σε τόσο βαθμό από τα μέτρα της κυβέρνησης, ποτέ πριν δεν είχαν πληγεί τόσο πολύ οικονομικά όσο τώρα.
Και ίσως να μην βγει κάτι σε μια μέρα ή σε δύο, σε μια βδομάδα ή σε δύο, ίσως όμως σε δύο ή τρεις ή τέσσερις μήνες, αν συνεχίσουμε, ίσως οι πραγματικοί κυβερνήτες της Ελλάδας και του κόσμου να ευδοκήσουν να πουν στις μαριονέτες της "ελληνικής κυβέρνησης" κάτι σαν "Οκέι, λασκάρετε λίγο τα λουριά, για να μη φωνάζουν τόσο".
Δε νομίζω ότι μπορούμε να προσβλέπουμε σε πολλά περισσότερα.

Στο σταθμό Δουκίσσης Πλακεντίας ανέβηκα τις σκάλες προς τον προαστιακό παρέα με μια νέα κοπέλα που βαστούσε από το μπράτσο μια μεγάλη γυναίκα, εξήντα-εβδομήντα χρονών, με παντελόνι και αθλητικά παπούτσια και μια πλαστική σημαιούλα στο χέρι.

Ναι, ίσως τελικά το μόνο κέρδος που θα έχουμε από αυτήν την ιστορία, είναι ότι ίσως γίνουμε Έλληνες.

Δεν είναι και λίγο.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΑΣ

Πρόσφατα ο Σύλλογος Εκπαιδευτικών 2ου Γραφείου Π.Ε. Αμαρουσίου τύπωσε και μοίρασε ένα τετράφυλλο έντυπο σχήματος Α4, ωραία δεμένο, σε τετραχρωμία, με φωτογραφίες και με εμφανώς επαγγελματικό σχεδιασμό (όχι τίποτε άθλιες φωτοτυπίες της δεκάρας, μιλάμε για σοβαρή επένδυση) με τίτλο "Ανοιχτή επιστολή προς τος γονείς των μαθητών μας".

Το έντυπο τα λέει πολύ ωραία για τα ασφυκτικά μέτρα της κυβέρνησης και του ΔΝΤ. Διαμαρτύρεται για τις περικοπές μισθών στο δημόσιο, το πάγωμα μισθών και συντάξεων, την περιστολή του 13ου και 14ου μισθού, την αύξηση των έμμεσων φόρων, την κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, τη μείωση του αριθμού των εκπαιδευτικών. Μας παροτρύνουν να διεκδικήσουμε ενωμένοι ένα σχολείο με λιγότερη ύλη και περισσότερο πολιτισμό και χαρά, ένα ολοήμερο που να μην είναι parking παιδιών αλλά ουσιαστικό και λειτουργικό, απαραίτητο προσωπικό για όλες τις ανάγκες των μαθητών (ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς κλπ), απαραίτητα κονδύλια για όλες τις ανάγκες του σχολείου.

Ωραία πράγματα, και συμφωνώ: μαζί να τα διεκδικήσουμε βεβαίως όλα αυτά.

Αξιέπαινη αλήθεια η προθυμία των εκπαιδευτικών να αγωνιστούν για τα δικαιώματά τους: για τους μισθούς τους, τις συντάξεις τους, τις θέσεις εργασίας τους. Μακάρι να επεδείκνυαν την ίδια προθυμία και σε θέματα που αφορούν τους μαθητές τους και που οι ίδιοι θα μπορούσαν αν ήθελαν να προσφέρουν άμεσα.

Όταν λόγου χάρη ο σύλλογος διδασκόντων έχει συνέλευση (πράγμα που συμβαίνει πάνω από μία φορά κάθε σχολική χρονιά), συνεδριάζει τις ώρες διδασκαλίας (εντός του ωραρίου των δασκάλων δηλαδή), με αποτέλεσμα να χάνουν τα παιδιά το μάθημά τους. Όταν στο σχολείο μας υπάρχει έλλειψη αιθουσών και μία τάξη κάνει μάθημα σε ένα αποθηκάκι όπου δεν χωράνε καλά καλά να μπούνε τα παιδιά και ο σύλλογος γονέων προτείνει να χρησιμοποιηθεί ως αίθουσα διδασκαλίας είτε η αίθουσα μουσικής είτε το γραφείο των διδασκόντων, η δασκάλα της μουσικής διαμαρτύρεται (και δικαίως!) ότι υποβαθμίζεται η εργασία της και ο λοιπόι διδάσκοντες εξανίστανται (πολύ φυσικά!) γιατί δεν θα έχουν πού να κάνουν το διάλειμμά τους, και βρισκόμαστε σε αδιέξοδο. Όταν προκύπτει πρόβλημα σχολικής βίας και ο σύλλογος γονέων προτείνει να γίνουν σεμινάρια για τους δασκάλους από ειδική κρατική υπηρεσία που υπάρχει για το σκοπό αυτό, η πρόταση ναυαγεί επειδή οι δάσκαλοι θα πρέπει να μείνουν στο σχολείο πέραν του ωραρίου τους (δηλαδή μέχρι τις δύο το μεσημέρι - για τόσο αργά μιλάμε). Όταν υπάρχει μεγάλο μέρος της αυλής που δεν καλύπτεται οπτικά όλη από ένα σημείο, μένει αχρησιμοποίητο γιατί ο σύλλογος διδασκόντων δεν δέχεται να προστεθεί και τρίτος επιτηρητής πέραν των δύο που ορίζει ο νόμος (οι οποίοι δύο, ειρήσθω εν παρόδω, αντί να μοιράζουν το προαύλιο στα δύο και να μετακινούνται ώστε να εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή επιτήρηση, κάθονται συχνά παρέα στη μία άκρη, στη σκιά, και απλώς περιμένουν βαριεστημένοι να περάσει το διάλειμμα, ενώ τα παιδιά αλωνίζουν ανεξέλεγκτα και γυρνάνε στο σπίτι με διάφορα χτυπήματα αγνώστου προελεύσεως).

Ναι, οι σύλλογοι διδασκόντων είναι πάντα πρόθυμοι για αγώνες και θυσίες, όταν θίγονται τα δικά τους καλά και συμφέροντα. Μακάρι να βλέπαμε την ίδια διιάθεση για θυσίες όταν πρόκειται για τα παιδιά.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το δικό μου παιδί δεν πηγαίνει σχολείο στο Μαρούσι, αλλά στο πρώτο δημοτικό Πεύκης. Μιλάμε επομένως για δύο διαφορετικούς συλλόγους διδασκόντων, ενδεχομένως με διαφορετική στάση και αντιμετώπιση. Ενδεχομένως οι δάσκαλοι του Μαρουσιού να είναι γεμάτοι αυτοθυσία για χάρη των μαθητών τους. Γιατί όμως άραγε δε μου φαίνεται και τόσο πιθανό?

Μήπως γίνομαι άδικη και υπερβολική? Το πιθανότερο. Είναι σίγουρα άδικο και υπερβολικό να ζητάω από τους συντρόφους συνδικαλιστές δασκάλους να απαρνηθούν έστω και για μια στιγμή μια τρίχα από τα κεκτημένα τους για χάρη των παιδιών. Είναι σίγουρα λάθος να ζητώ από τους εργαζόμενους να θυσιαστούν προσφέροντας από το υστέρημά τους ή ακόμη και από το περίσσευμά τους αυτά που οφείλει να προσφέρει το κράτος. Το πιο πιθανό είναι ότι όλα τα λέω από τη ζήλια μου.

Γιατί εγώ βλέπετε είμαι ελεύθερη επαγγελματίας. Που σημαίνει ότι όχι δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο, αλλά ούτε και έναν κανονικό μισθό δεν καταφέρνω πολλές φορές να εξασφαλίσω. Που σημαίνει ότι όχι δεν μπορώ ν' αρνηθώ να εργασθώ πέραν του ωραρίου μου, αλλά όταν υπάρχει δουλειά μπορεί να καθήσω ως αργά το βράδυ για να τη βγάλω, γιατί δεν με παίρνει να χάσω τον πελάτη. Που σημαίνει ότι αν υπάρχουν νέες εξελίξεις στη δουλειά και χρειάζομαι εκπαίδευση για να ανταποκριθώ, θα τις κάνω όχι μόνο εκτός ωραρίου αλλά και με δικά μου έξοδα. Που σημαίνει ότι στις συνελεύσεις του συνδικαλιστικού συλλόγου μου πηγαίνω Κυριακή απόγευμα, αφήνοντας την οικογένειά μου και την ξεκούρασή μου, γιατί δεν με συμφέρει να θυσιάσω μια εργάσιμη μέρα γι' αυτό, αλλά και γιατί δεν μπορεί να βρεθεί εργάσιμη που να εξυπηρετεί όλους τους συναδέλφους.

Ναι, αναμφίβολα από τη ζήλια μου τα λέω. Μάλλον ζηλεύω επειδή η δική μου ασχολία είναι επάγγελμα και όχι λειτούργημα, όπως των δασκάλων.*

Καλούς αγώνες σύντροφοι.

*...ή των ιερέων - άλλο λειτούργημα αυτό. Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά τα λειτουργήματα ασκούνταν αμισθί, πόσοι θα έτρεχαν να τα ασκήσουν από αφοσίωση και αγάπη και πίστη στην αποστολή τους.

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

ΤΟ ΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΟ

Αποσπάσματα από το βιβλίο "Το μαγνητόφωνο", του Βασίλη Βασιλικού (συγγραφέα του πολύκροτου "Ζ"), εκδόσεις Πλειάς, 1973.
Πρόκειται για απομαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, με ελάχιστες εμβόλιμες περιγραφές του συγγραφέα. Είναι ένα κείμενο κοφτερό και καθαρό, σαν ατσάλινη λάμα, και ακόμη επίκαιρο. Το διάβασα μονορούφι. Ας είναι καλά τα βιβλιοπωλεία μεταχειρισμένων.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΜΕΤΖΕΛΕΡ
Κ' είναι εργάτες απ' όλη την Ελλάδα: Τρίκαλα, Κρήτη, Καβάλα, Πελοπόννησο. "Κι αυτός Έλληνας εκεί. Εκείνος Γιουγκοσλάβος. Ο άλλος Έλληνας..."
[...]
Μια γυναικούλα σέρνει ένα βαγονάκι. Είναι η κυρία Ευλαλία που η κόρη της παντρεύτηκε προχτές στην εκκλησία. Ήταν κ' ο Διερμηνέας στο γάμο. Η άλλη κόρη της, ανήλικο, δουλεύει σε μια φίρμα ιδιωτική, "καλή φιρμίτσα, μικρή φιρμούλα, είναι ευχαριστημένο το κακόμοιρο". Κ' η ίδια είναι ευχαριστημένη: της φέραν τον άντρα της απ' την Ελλάδα, με ξεχωριστή πρόσκληση. "Ποιος σου τον έφερε;", τη ρωτά ο Διερμηνέας. "Το εργοστάσιο, ας είναι καλά", αποκρίνεται η κυρία Ευλαλία με κάποια έκσταση και δέος.
[...]

ΤΟ ΧΑΪΜ
[...]
- Εγώ είμαι στη γκέλα... Γκέλα είναι το υπόγειο, τέρμα. Από μας ξεκινάει το λάστιχο, σε πρώτη μορφή. Δηλαδή φύλλο για να γίνει η ρόδα. [...] Η πληρωμή είναι λίγη. Δεν αμείβει τον κόσμο καλά. Και τα περισσότερα ατυχήματα στη γκέλα γίνονται. Όλα στη γκέλα. Είναι η ζέστα σε μας κ' η κάπνα που βγάζει από μέσα. Μούστα τη λέμε. Κι αέρα δεν έχουμε. Οξυγόνο δηλαδή απ' έξω. Δεν έχουμε αέρα καθόλου. Αέρας εξωτερικός δεν υπάρχει. Εκεί που δουλεύω εγώ, ώρα την ώρα σε περιμένει ο Χάρος, έτσι με το στόμα ανοιχτό. Στη γκέλα. Έτσι και ξεχαστείς λίγο κ' εσύ, χαπ!, σ άρπαξε μέσα, σ' έβγαλε φύλλο.
[...]
- Αλλιώς βέβαια τα περιμέναμε να τα βρούμε. Πού να ξέραμε πού θα μας ρίξουν. Το πρώτο λάθος φυσικά είναι ότι δεν μάθαμε από κανέναν την αλήθεια. Είτε στη Γερμανία ήταν είτε στην Αυστραλία είτε στην Αμερική είτε στον Καναδά είτε πουθενά. Όλοι αυτοί που γυρίζαν στο χωριό τα ίδια λέγαν: τα ημερομίσθια είναι καλά, η δουλειά δεν είναι βαριά, όπως στην Ελλάδα. Αυτά μας λέγαν.
[...]
- Εγώ λέω την αλήθεια. Όταν σε ρωτάνε, δεν μπορείς να πεις ότι δεν περνάω καλά. Δεν μπορείς να το πεις. Θα πεις ψέματα. Λέω την αλήθεια. Γιατί άμα πάω στο καφενείο και πω, "ξέρεις τίποτα ρε φίλε; ΜΑΡΤΥΡΙΟ! Κάνουμε εκείνο, κοιμόμαστε τόσοι", ή ξέρω 'γω, θα σου πει: "και δεν κάθεσαι στο σπιτάκι σου, στην καλύβα σου εδώ να κοιμάσαι με την ησυχία σου;". Δηλαδή δε σ' αφήνει ο εγωισμός για να πεις αυτά που βρήκες. Κ' έτσι ο μύθος της Γερμανίας συνεχίζεται.
[...]
- Ο καθένας που αποφασίζει να πάει στην Ελλάδα, θα σκεφτεί: τι πρέπει να αγοράσω; Κουστούμι, να το φορέσω και να με δουν; Αυτοκίνητο; Δίπλωμα έχω. Να δώσω χίλια μάρκα και να πω ότι τόχω πάρει δυο χιλιάδες;... Αυτά βλέπουν κ' οι Έλληνες κάτω και επαναστατούν και όλο και πιο πολλοί εξαναγκάζονται να 'ρθούνε. Ο άλλος που φύλαγε γίδια στο χωριό, ο τρόπος του λέγειν, γιατί θα υπάρχουν κι από μας άνθρωποι που φύλαγαν γίδια, ήρθε στη Γερμανία, κάθησε δυο χρόνια, τρία, και γύρισε στην Ελλάδα με αυτοκίνητο, με κουστούμι που το φοράει μόνο όταν γυρίζει κάτω, να πούμε, στο καφενείο. Γιατί, εν συνεχεία, γυρίζει στη Γερμανία, πουλάει το αυτοκίνητο και βάζει το κουστούμι στη ντουλάπα. Αυτό το παραμύθι γίνεται.
[...]

ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ
"Τι είναι όμως η αποξένωση της εργασίας; Πρώτα πρώτα η εργασία, ως προς τον εργάτη είναι εξωτερική, δηλαδή δεν ενσωματώνεται στην ύπαρξή του, οπότε κι αυτός πάνω στη δουλειά του δεν επιβαιώνεται αλλά αυτοαναιρείται· ακρωτηριάζει το σώμα του και το πνεύμα. "
Μαρξ, χειρόγραφα 1844
[...]
Δεν είναι ο ειδικευμένος εργάτης που δεν έχει, πέραν της ειδίκευσης, γνώση του συνόλου. Είναι ότι τον ειδικεύουν τόσο μόνο όσο τους χρειάζεται για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα στη διαδικασία της παραγωγής. Κοιτάζουν τα μάτια, τα χέρια του. Όχι το μυαλό του. Όπως στις καννιβαλικές κοιωνίες, τους ενδιαφέρει το σώμα του, ξανά.
[...]
Δυο Γρεβενιώτισσς εξετάζουν ένα έλασμα που χρησιμοποιούν στα τρανζίστορς. [...]
- Τι άλλο βγάζει η Ζήμενς;
Η δεύτερη:
- Εμείς φυσικά δεν βγάουμε ένα μηχάνημα ολόκληρο. Βγάζουμε μέρη από μηχανήματα. Αυτά μπαίνουν είτε σε ψυγεία είτε σε ραδιόφωνα είτε σε μαγνητόφωνα είτε σε τραίνα.
- Αυτό εδώ το κρικάκι, για τι είναι;
Η πρώτη:
- Για το κέντημα.
Η δεύτερη:
- Είναι ο αργαλειός.
- Δεν ρωτώ αυτό: ρωτώ ξέρετε για ποιο μηχάνημα προορίζεται;
Η πρώτη:
- Πού να τα ξέρουμε εμείς αυτά.
Η δεύτερη:
- Αυτά τα ξερουν τα αφεντικά.
[...]
- Πώς τα λένε αυτά εδώ;
- Σάπιμπεκ, που θα πει φέτα. Μπορούμε να βγάλουμε χιλιάδες απ' αυτά. Μικρούτσικα, μικρούτσικα. Τα βάζουν στα ραδιόφωνα, στις τηλεοράσεις.
- Και τι κάνεις;
- Όπως μας έρχονται, ψημένα απ' τους φούρνους, κι αχνιστά, τα πλένουμε, τ' αφήνουμε να πάρουν μια δυο βράσεις και μετά τα στεγνώνουμε μέσα εδώ. Πέντε λεπτά. Κ' ύστερα φεύγουν από μας.
- Που παν;
- Ξέρω κ' εγώ;
- Σε τι χρησιμεύουν;
- Στη Ζήμενς.
- Για ποια μηχανήματα;
- Αυτό δε μας το λεν. Κι ούτε το ξέρουμε.
[...]

ΤΟ ΧΑΪΜ
"Να τρως, να πίνεις, να διαιωνίζεις το είδος κτλ., αποτελεί οπωσδήποτε δραστηριότητα αυθεντικά ανθρώπινη. Αλλά όταν χωρίζεται απ' τον υπόλοιπο χρόνο και γίνεται μοναδικός τελικά σκοπός, καταντά ζωώδης."
Μαρξ, Χειρόγραφα 1844
[...]

ΟΙ ΔΙΕΡΜΗΝΕΙΣ
Ο διερμηνέας κατεβαίνει στο χωριό και λέει ότι η δουλειά είναι λαφριά κι ότι για δωμάτιο θα φροντίσει και όλα αυτά τα πράγματα. Και όσο για λεφτά, λέει μπόλικα. "Θα πατάς κουμπιά και θα βγαίνουν ρόδες". Έρχονται λοιπόν από την Ελλάδα τα παιδιά, δουλεύουν μες στην καπνούρα, τους βγαίνει η πίστη, δεν μπορούν να βγάλουν τη δουλειά. Και τα λεφτά λίγα. Και ούτε κουμπιά, ούτε τίποτα.
[...]
- Για να σου κάνουν την πρόσκληση, σου λεν τότε "δώσε τριακόσια μάρκα", μετά θα πας να την καταθέσεις στην Αρμπάιτσαν και θα πληρώσεις κ' εκεί άλλα εκατόν εξήντα μάρκα. Τα τριακόσια μάρκα θα τα βάλει φυσικά στην τσέπη του για να "προωθήσει" την πρόσκληση. Αυτή είναι μια τακτική που ξέρω.
- Εγώ δεν ξέρω για τα τριακόσια μάρκα. Εκείνο που ξέρω είναι ότι κατεβαίνει κάτω, τάζει στα παιδιά λαγούς με πετραχήλια, έρχονται τα παιδιά εδώ, ούτε λαγούς βρίσκουνε, θέλουν να σπάσουν το συμβόλαιό τους, δεν μπορούν, παρά μόνο όταν δώσουν πεντακόσια μάρκα. Αυτό ήθελα να πω.
[...]
- Ξέρω για ορισμένους διερμηνείς που έχουν απειλήσει πάρα πολλούς εργάτες και ειδικά για έναν που έστειλε δυο παιδιά πίσω στην Ελλάδα, όταν αυτοί του είπανε ότι ούτε οι συνθήκες εργασίας είναι αυτές που λέει το συμβόλαιο ούτε οι συνθήκες διαμονής. [...]
- Άλλοτε πάλι ο διερμηνέας νοικιάζει ολόκληρο ένα σπίτι με πολλά δωμάτια. Όταν φτάνουν οι εργάτες, τους λέει η φίρμα: εμείς δεν έχουμε σπίτια να σας βάλουμε. Πάτε στον διερμηνεα. Ο διερμηνέας, συνεννοημένος με τη φίρμα, τους τα νοικιάζει πανάκριβα.
- Η βρώμα και η μιζέρια σε μερικά τέτοια σπίτια δεν περιγράφεται. Ολόκληρες οικογένειες μέσα σ' ένα δωμάτιο. Να τους βλέπεις να κάθονται, γυναίκες, παιδιά, άντρες, όλοι, Τούρκοι, Ιταλοί, και να τρων από ένα πιάτο. Σκλαβοπάζαρο. [...]
- Τι θα πει ξένος; Χτες συζητούσα με κάποιον και μου λέει για τους γκασταρμπάιτερ, ο νόμος είναι αυτός κι αυτός. Για κάτσε του λέω: τι θα πει γκασταρμπάιτερ, τι σημαίνει; Και τι είσαι εσύ; Εσύ ζεις απ' το αίμα το δικό μου. [...]
- Δουλεύουμε, δουλεύουμε, αλλά δεν ξέρουμε τι γίνεται από πίσω μας.
[...]
- Να φτιάξω καφεδάκι ελληνικό;

Έτσι τελειώνει το βιβλιο.
Κι εγώ δεν έχω το κουράγιο να προσθέσω δικά μου σχόλια. Και τι να πω δηλαδή. Που ό,τι και να πω θα είναι ανούσιο. Τούρκοι, Ιταλοί, Γιουγκοσλάβοι, Έλληνες, Αλβανοί, Μαροκινοί, Πακιστανοί. Εμείς κι εκείνοι. Εκείνοι κι εμείς. Εμείς κι εμείς.

Χθες και σήμερα και αύριο.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΤΟ ΦΑΤΣΟΒΙΒΛΙΟ, ΤΟ ΦΑΚΕΛΩΜΑ ΚΑΙ Ο ΛΕΟΝΑΡΝΤΟ ΝΤΑ ΒΙΝΤΣΙ

Λοιπόν πάντα αναρωτιόμουν με ποιον τρόπο "αξιοποιεί" το facebook το "φακέλωμα" των μελών του. Πολύς λόγος γίνεται για το γεγονός ότι "μας φακελώνουν", ωστόσο η γνώμη μου είναι ότι στο κάτω κάτω το μόνο που έχουν από εμάς είναι μια ηλεκτρονική διεύθυνση. Τα άλλα μπορούμε να τα κρύψουμε ή να τα παραποιήσουμε και να χρησιμοποιήσουμε το δίκτυο του facebook όσο και όπως μας εξυπηρετεί. Προφανώς όμως κανείς δεν δίνει τίποτε τσάμπα, οπότε κι αυτοί κάτι κερδίζουν. Τι όμως? Εχτές συνέβη κάτι που μου έλυσε την απορία.

Σε ένα διάλογο στο facebook, στον οποίο συμμετείχα και εγώ, κάποιος φίλος ανέφερε παρεμπιπτόντως τον Leonardo da Vinci. Συγκεκριμένα μιλούσαμε για το μυστικό δείπνο και αναφέρθηκε στον γνωστό πίνακα του μεγάλου ζωγράφου. Το γεγονός ήταν άνευ σημασίας και θα το ξεχνούσα αμέσως, αν δεν συνέβαινε να λάβω την επόμενη μέρα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, στην διεύθυνση που έχω δώσει και στο facebook, με θέμα "Έκθεση Leonardo da Vinci". Ως αποστολέας εμφανίζεται το info@leonardodavinci.gr.

Τυχαίο? Δε νομίζω.

Εσείς τι λέτε?

Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΘΕΗΣ 2

Όταν ήμουν μικρή, πίστευα στο Θεό. Έτσι με κεφαλαίο θήτα όπως τον βλέπετε. Δεν το είχα σκεφτεί βέβαια καθόλου το πράγμα, απλώς είχα εμπιστοσύνη στους ενήλικες του περιβάλλοντός μου, κι αφού εκείνοι μου έλεγαν ότι υπήρχε, θεωρούσα δεδομένο ότι ήταν έτσι – όπως ακριβώς με τον Άη Βασίλη. Και όπως ακριβώς με τον Άη Βασίλη, έτσι και με τον Θεό ήρθε κάποτε η στιγμή της αμφισβήτησης, της αναζήτησης και της ανακάλυψης της αλήθειας.


Δεν μπορώ να πω με σιγουριά σε ποια ηλικία άρχισα να αμφισβητώ μέσα μου την ύπαρξη του Θεού. Όταν ήμουν στην εφηβεία, γύρω στα 12 με 15, πίστευα ακόμη βαθιά, αλλά είχα ξεκινήσει μια εσωτερική αναζήτηση γύρω από το αντικείμενο αυτής της πίστης. Αφορμή της αναζήτησης ήταν αρχικά η εμφανής αναξιότητα του κλήρου αλλά και των πολύ θρήσκων ανθρώπων. Δεν ήθελε και πολύ για να διαπιστώσεις ότι οι περισσότεροι κληρικοί δεν διέθεταν κανένα χάρισμα και καμμιά ιδιαίτερη πνευματική κλίση, δεν βίωναν μέσα τους την αγάπη που κήρυτταν, ούτε ζούσαν σύμφωνα με αυτά που πρέσβευαν.


Η πρώτη μου αντίδραση ήταν τυπική σε πολλούς χριστιανούς που επιθυμούν να διατηρήσουν την πίστη τους: σκέφτηκα ότι ναι μεν ο κλήρος είναι ανάξιος, αλλά το δόγμα είναι αληθινό, και αξίζει να πιστεύεις σε αυτό. Απομακρύνθηκα από την εκκλησία, έπαψα να δίνω αξία στα τελετουργικά, αλλά συνέχισα λοιπόν να πιστεύω με έναν δικό μου προσωπικό τρόπο. Προσευχόμουν, έμπαινα συχνά σε ξωκκλήσια ή άδειες εκκλησίες και άναβα ένα κερί νιώθοντας ότι έτσι έρχομαι πιο κοντά στο Θεό, αναζητούσα μέσα μου την επαφή με το Θείο.


Έλα όμως που η επαφή με το Θείο δεν έλεγε να έρθει! Δεν είμαι βλέπετε διόλου επιρρεπής σε φαντασιώσεις και αυθυποβολές, δεν έχω διόλου την τάση να ερμηνεύω και να παρερμηνεύω τον κόσμο γύρω μου σύμφωνα με προλήψεις και προκαταλήψεις. Δεν μπορώ να δω θαύματα και θεϊκά μηνύματα εκεί που δεν υπάρχουν, δεν ανατρέχω σε μεταφυσικές ερμηνείες για κάθε τι που δεν μπορώ να εξηγήσω άμεσα. Έτσι, παρά την ειλικρινή πίστη μου και επιθυμία μου για επαφή με το Θεό, καμμία επαφή δεν έγινε ποτέ.


Προβληματισμένη από το γεγονός αυτό, θέλησα να αναζητήσω την αλήθεια του Θεού με άλλον τρόπο. Και επειδή οι διάδοχοι των αποστόλων δεν μου ενέπνεαν εμπιστοσύνη, αναζήτησα την αλήθεια του δόγματος κατευθείαν στην πηγή: στην Αγία Γραφή. Κάπου εκεί γύρω στα 18 με 20 διάβασα ολόκληρο το Ιερό Βιβλίο της Χριστιανοσύνης, από τη Γένεση ως τις Πράξεις των Αποστόλων, χωρίς να παραλείψω ούτε ένα κόμμα.


Η εμπειρία υπήρξε κυριολεκτικά αποκαλυπτική. Μου αποκάλυψε ότι η Ιερά Βίβλος, η πηγή της αλήθειας, το θεμέλιο της πίστης, δεν ήταν παρά ένα συνονθύλευμα αρχαίων μύθων, στην πλειοψηφία τους αποκρουστικών και αφελών, χωρίς ίχνος θεϊκής πνοής, χωρίς το παραμικρό ψήγμα μεγαλείου. Εξαίρεση σ’ αυτό αποτελεί το Άσμα Ασμάτων, το οποίο είναι ένα όμορφο ερωτικό ποίημα (και αναρωτιέται κανείς γιατί στην ευχή το συμπεριέλαβαν στη Βίβλο, η εξήγηση ότι μιλά μεταφορικά για το Θεό μου φαίνεται αστεία, γιατί να πάρει κανείς μεταφορικά κάτι που έχει τόσο προφανή κυριολεκτική ερμηνεία), και ορισμένα σκόρπια αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης, όπως κάποια κομμάτια της επί του όρους ομιλίας (ούτε καν όλη).


Αυτό ήταν λοιπόν; Σ’ αυτό βασιζόμαστε για να πιστέψουμε; Αυτό το κείμενο θα μπορούσε να ενδιαφέρει μόνο κάποιον ιστορικό, αρχαιολόγο ή λαογράφο, σε καμμία περίπτωση όμως δεν μπορεί ένας σύγχρονος μορφωμένος άνθρωπος να το παίρνει στα σοβαρά και να το έχει σαν γνώμονα για την πίστη του και τον τρόπο ζωής του.


Αυτή, λοιπόν, ήταν για μένα η αρχή του τέλους της πίστης στο Θείο.


Μετά από αυτήν την εμπειρία απέρριψα τελείως το χριστιανισμό, όχι όμως και τον θεϊσμό γενικά. Έκανα ένα σύντομο πέρασμα από άλλες θρησκείες, όπως ταοϊσμό και βουδισμό (μωαμεθανισμός κι ιουδαϊσμός είναι απλώς παρακλάδια του ίδιου δέντρου από όπου βγήκε και ο χριστιανισμός, ενώ ο ινδουϊσμός έχει μια περίπλοκη μυθολογία γεμάτη ανθρωπομορφικές ίντριγκες που θυμίζει κάπως την αρχαία ελληνική και μου φαινόταν υπερβολικά αφελής για πνευματική καθοδήγηση), σύντομα όμως διαπίστωσα ότι κι εκείνες, αν και ίσως περισσότερο πνευματικές από τον χριστιανισμό, ήταν διανθισμένες με διάφορες μεταφυσικές πεποιθήσεις τελείως αβάσιμες, οι οποίες μόνο μεταφορικά μπορούσαν να εκληφθούν.


Σύντομα λοιπόν κατέληξα σε μια απλή διαπίστωση: όλες οι πληροφορίες που έχουμε περί Θείου και μεταφυσικού, προέρχονται από ανθρώπινες πηγές, όλες αρχαίες, όλες ατεκμηρίωτες, και όλες με στοιχεία εμφανώς ψευδή στο σύστημα πεποιθήσεών τους. Επομένως, εύκολα μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι όλες οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί Θεού είναι εσφαλμένες – κοντολογίς, ότι οι Θεοί των ανθρώπων δεν υπάρχουν.


Μα τότε γιατί να υποθέσουμε ότι υπάρχει παρόλα αυτά μια οντότητα που μπορούμε να αποκαλέσουμε Θεό; Γιατί να επιμένουμε, παρά την πλήρη απουσία τεκμηρίων, αποδείξων, ακόμη κι ενδείξεων, να διατηρούμε στην άκρη του μυαλού μας ως ενδεχόμενο την πιθανή ύπαρξή Του; Και κυρίως, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει κάποιο ον που μπορεί να ανταποκριθεί σε έναν πολύ γενικό ορισμό του Θεού – ας πούμε μια ενσυνείδητη οντότητα που έδωσε το έναυσμα της δημιουργίας του σύμπαντος και που ενδεχομένως παίζει ρόλο στη λειτουργία του έκτοτε – γιατί θα πρέπει να σχετιστούμε μαζί του λατρευτικά; Γιατί θα πρέπει να προσευχόμαστε, να φαντασιωνόμαστε ότι επικοινωνούμε μαζί του, να εκτελούμε περίπλοκα τελετουργικά, να το συνδέουμε με τις βασικές μας κοινωνικές δραστηριότητες, να του αποδίδουμε ηθικές προθέσεις και αρχές;


Προφανώς, δεν υπήρχε κανένας λόγος για όλα τα παραπάνω – κι έτσι, κάπου εκεί τελείωσε η σχέση μου και η ενασχόλησή μου με το Θεό.


Ήμουν πλέον άθεη, αλλά δεν έδωσα και μεγάλη σημασία στο γεγονός αυτό. Δεν θεωρούσα ότι υπήρχε λόγος να κάνω κάτι γι’ αυτό – να το συζητήσω με άλλους, ας πούμε, ή να επιδιώξω να ζήσω σε συνέπεια με τις πεποιθήσεις μου. Εξακολουθούσα να ζω τη ζωή του τυπικού μέσου χριστιανού. Μεταλήψεις, προσευχές, πάτερ ημών και σταυροκοπήματα τα είχα κόψει από καιρό, πήγαινα όμως στον Επιτάφιο και στην Ανάσταση, έλεγα τις κλασσικές ευχές, μέχρι που έγινα και κουμπάρα σε θρησκευτικό γάμο, ακόμη και νονά σε βάφτιση. Αξίζει να σημειώσω εδώ ότι κανείς δε με ρώτησε σε κανένα σημείο της διαδικασίας αν είμαι χριστιανή, αλλά και αν με ρωτούσε θα απαντούσα «ναι», γιατί θεωρούσα – όπως θεωρούν πολλοί, είμαι σίγουρη – ότι «χριστιανός» σημαίνει απλώς κάποιον που βαφτίστηκε όταν ήταν βρέφος και που σε γενικές γραμμές ακολουθεί τα χριστιανικά έθιμα.


Αισθανόμουν εντάξει με τον εαυτό μου, δεν προβληματιζόμουν ιδιαίτερα γύρω απ’ το θέμα, και ίσως να είχα ζήσει έτσι όλη τη ζωή μου, αν δεν ερχόταν στη θέση του αρχιεπισκόπου ο αείμνηστος Χριστόδουλος. Ο άνθρωπος αυτός ήταν τόσο εξουσιομανής, τόσο επιδεικτικός, τόσο πορωμένος, τόσο αποκρουστικός στις μικροπολιτικές του διαπλοκές, ώστε μου έφερε ξανά στην επιφάνεια τον προβληματισμό μου γύρω από τον κλήρο.


Η διαφθορά και να αναξιότητα στον κλήρο είναι τόσο διαδεδομένη, ώστε εύλογα αναρωτιέται κανείς μήπως τυχόν με το χρίσμα του ιερέα γίνεται κανείς χειρότερος απ’ όσο θα ήταν χωρίς αυτό. Αν το χρίσμα του ιερέα δεν έχει τη δύναμη να κάνει έναν άνθρωπο καλύτερο, τι αξία μπορεί να έχουν όλα τα λεγόμενα «μυστήρια» της εκκλησίας; Τι μπορεί να προσφέρει σε ένα ζευγάρι μισή ώρα πληκτικής ψαλμωδίας και θεατρικού τελετουργικού; Τι νομίζουν οι τεθλιμμένοι ότι θα ωφεληθεί ένας νεκρός από τα τροπάρια και τα θυμιάματα; Τι φαντάζονται οι γονείς ότι θα κερδίσει το ανυποψίαστο βρέφος τους από την ταλαιπωρία στην κολυμπήθρα, το λάδι στα μαλλιά και τους ακατανόητους εξορκισμούς; Εδώ ένας ιερέας, που υποτίθεται ότι αφήνεται συνειδητά να τον κυριεύσει η Θεία Χάρις και το Άγιο Πνεύμα, όχι μόνο δεν βλέπουμε να βελτιώνεται από την εμπειρία αυτή, αλλά μάλλον χειροτερεύει. Τι νόημα έχουν λοιπόν όλα αυτά τα τελετουργικά με τη συμμετοχή των ιερέων; Δεν θα ήταν πολύ πιο όμορφο και ουσιαστικό να γίνονται κοινωνικές τελετές χωρίς αυτούς;


Ο Χριστόδουλος λοιπόν έγινε αφορμή να αρχίσω να σκέφτομαι πιο συνειδητά την αθεΐα μου και να αντιδράσω πιο έντονα στην επιβολή της θρησκείας στην πολιτική και κοινωνική ζωή.


Όμως η απόφαση να ζήσω σε συνέπεια με τις πεποιθήσεις μου ήρθε με τη γέννηση της κόρης μου. Παρά το γεγονός ότι ήμουν άθεη, παρά το γεγονός ότι ήδη είχα αρχίσει να θεωρώ τα θρησκευτικά τελετουργικά όχι απλώς κενά, όχι απλώς ανούσια, όχι απλώς περιττά, αλλά και αποφευκταία, δεν είχα διανοηθεί να μην τη βαφτίσω. Αυτός που με έκανε να το διανοηθώ ήταν ο άντρας μου. Όταν έγινε κάποια κουβέντα για βάφτιση, μου είπε πολύ απλά και φυσικά, «γιατί να τη βαφτίσουμε;» Αυτή η απλή και προφανής ερώτηση μου άνοιξε τα μάτια. Γιατί, πράγματι; Για κοινωνικούς λόγους, θα έλεγαν πολλοί. Τι ακριβώς όμως σημαίνει αυτό; Ότι θέλουμε τα δωράκια; Ας μας τα φέρουν και χωρίς βάφτιση. Ότι θέλουμε τη γιορτή; Ας κάνουμε μια γιορτή δική μας χωρίς παπάδες. Ότι θέλουμε να ευχαριστήσουμε τους παππούδες; Αν μας αγαπούν, θα είναι ευχαριστημένοι με το να είμαστε ο εαυτός μας. Ότι θέλουμε να είμαστε ενταγμένοι στον κοινωνικό περίγυρο; Αν είμαστε απλοί, φυσικοί και με αυτοπεποίθηση, ο περίγυρος μας δέχεται όπως είμαστε. Δε ζούμε και σε καμμιά κοινωνία τόσο καταπιεστική – δεν θα μας λιθοβολήσουν κιόλας!


Τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά απ’ όσο φανταζόμαστε. Το βήμα είναι πολύ πιο μικρό απ’ όσο φαντάζει. Και η συνέπεια στις πεποιθήσεις μας είναι πολύ πιο σημαντική απ’ όσο θέλουμε να παραδεχτούμε. Όσο ζούμε με τον τρόπο τον άλλων, όσο υποκρινόμαστε για να μην ταράξουμε τα νερά, τόσο διαιωνίζουμε μια κατάσταση όπου η εκκλησία βρίσκει αφορμή για να παρεμβαίνει στη ζωή ακόμη και των ανθρώπων που δεν είναι στην ουσία πιστοί. Όσο βαφτίζουμε τα παιδιά μας χωρίς να πιστεύουμε και καταθέτουμε το χαρτί της βάφτισης στο ληξιαρχείο ενώ δεν χρειάζεται, όσο εξακολουθούμε να δηλώνουμε χριστιανοί σε μητρώα και απογραφές ενώ δεν είμαστε, όσο αφήνουμε την εντύπωση στους δικούς μας ότι δεν αμφισβητούμε την επικρατούσα θρησκεία ενώ την έχουμε από καιρό απορρίψει, τόσο προδίνουμε τον εαυτό μας.


Είμαι άθεη, ζω σαν άθεη.


Απλό και λυτρωτικό.