Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

ΑΗ ΒΑΣΙΛΗΣ REMIX

Διά χειρός Σίσυφου



ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ!

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

Κάθε τόσο ξεφυτρώνει η ερώτηση "και σε τι πιστεύουν οι άθεοι;"

Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μας να λέμε ότι η διαφορά μας από τους θεϊστές είναι ακριβώς αυτή, ότι δεν πιστεύουμε αλλά γνωρίζουμε, δεν δεχόμαστε αλήθειες "εξ αποκαλύψεως" αλλά μόνο εξ ανακαλύψεως, δεν αναγνωρίζουμε αυθεντίες αλλά τεκμήρια.

Αυτά, βεβαίως, σε ό,τι αφορά τη γνώση. Γιατί σε ό,τι αφορά τις σχέσεις και τις αρχές ζωής, φυσικά και πιστεύουμε. Μόνο που δεν υπάρχει μια ενιαία "αθεϊστική πίστη" στα θέματα αυτά, καθένας έχει τα προσωπικά του πιστεύω.

Ιδού λοιπόν σε τι πιστεύω εγώ:

Πιστεύω στην αγάπη, στη στοργή, στην ομορφιά.

Πιστεύω στις σταγόνες της βροχής στη διψασμένη γη.

Πιστεύω στη ζωή, στη δύναμη της θέλησης, στον αγώνα.

Πιστεύω στους φίλους μου, στην αγκαλιά που ανοίγει σαν τη λαχταράς.

Πιστεύω στη γλύκα του διπλού κρεβατιού τις νύχτες του χειμώνα.

Πιστεύω στις πεταλούδες, στα ελάφια, στα μυρμήγκια, στους αίλουρους.

Πιστεύω στο χλωρό χορτάρι, στα χιόνια του μονοπατιού, στην καταιγίδα.

Πιστεύω στο φτερό του τσαλαπετεινού και στο ξωκκλήσι των βράχων.

Πιστεύω στο φόβο, στο φθόνο, στην ασχήμια.

Πιστεύω στο θάνατο και στην αναγέννηση.

Πιστεύω στον πηλό και στον αγγειοπλάστη.

Πιστεύω στα σκόρπια κομμάτια που φέρνει ο άνεμος.

Πιστεύω στον πόνο και τη χαρά της γέννας.

Πιστεύω στα νησιά, πιστεύω στα γεφύρια.

Πιστεύω στην ελπίδα και στην απελπισία.

Πάνω απ' όλα πιστεύω στο μόχθο της ψυχής μου

στη γιορτή της ζωής

και στην ξεγνοιασιά.


Διάολε, δε χρειάζεται να πιστεύεις στο θεό για να νιώθεις έκσταση και δέος μπροστά στο μεγαλείο της ύπαρξης, ούτε για να συμπάσχεις με το συνάνθρωπό σου, ούτε για να γράψεις άθλια στιχάκια μια κουρασμένη νύχτα.

Ελπίζω να μη μετανιώσω φριχτά αύριο το πρωί.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΤΕ, ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΔΟΤΙΚΟ

Τις προάλλες πήγα στο σουπερμάρκετ Άλφα Βήτα για να κάνω τα ψώνια μου. Επέλεξα το συγκεκριμένο κατάστημα, αν και βρίσκεται αρκετά πιο μακριά από εκείνο όπου ψωνίζω συνήθως, επειδή έχει μια δεξαμενή συλλογής μεταχειρισμένου μαγειρικού λαδιού για ανακύκλωση. Πήρα λοιπόν τα μπουκαλάκια μου και πήγα να τα αδειάσω.

Το concept της ανακύκλωσης λαδιού είναι σχετικά καινούριο στη χώρα μας. Εγώ το πρωτοείδα στην Ισπανία εδώ και μια πενταετία. Στο σπίτι των φίλων που μας φιλοξενούσαν υπήρχε ένα πεντόλιτρο πλαστικό δοχείο κάτω από το νεροχύτη, όπου μαζεύανε τα τηγανόλαδα, και όταν γέμιζε το πήγαιναν για ανακύκλωση. Η ιδέα μου φάνηκε καταπληκτική και όταν γύρισα στην Ελλάδα αναζήτησα πηγές ανακύκλωσης λαδιού. Μόλις πριν δυο χρόνια κατάφερα να ανακαλύψω την Revive, που όμως συνεργάζεται μόνο με εστιατόρια, συλλέγοντας μεγάλες ποσότητες. Το σύστημα είναι το εξής: σου φέρνουν ένα βαρελάκι, κάμποσο μεγάλο, και όταν το γεμίσεις τους τηλεφωνείς, έρχοντια και το παίρνουν και σου φέρνουν ένα άδειο. Δεν ξέρω τι χωρητικότητα έχει το βαρελάκι, αλλά θα είναι μεγάλη, γιατί σε δυο χρονια ίσα που το έφτασα ως τη μέση.

Όταν λοιπόν άκουσα ότι ο Βασιλόπουλος έχει βάλει ανακύκλωση λαδιού σε κάποια καταστήματά του, έβγαλα έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Επιτέλους ξεφορτώθηκα μια και καλή το βαρέλι από τη βεράντα μου. Τώρα πια αρκεί να έχω δυο άδεια πλαστικά μπουκάλια από γάλα ή νερό στο ντουλάπι κάτω από το νεροχύτη,.

Πηγαίνοντας λοιπόν να αδειάσω ευπειθώς τα μπουκαλάκια μου στη δεξαμενή, είδα έναν κύριο να πλησιάζει με τα δικά του μπουκαλάκια από την άλλη μεριά.
- Μόνοι μας τα αδειάζουμε; με ρώτησε.
- Τι να σας πω, δε βλέπω κανέναν εδώ, του απάντησα χαμογελαστά.
Ξεβίδωσα το καπάκι της δεξαμενής, άδειασα το λάδι, κι έφυγα αφήνοντας τον κύριο να αδειάσει το δικό του. Επειδή όμως δεν είχα καμμιά όρεξη να σέρνω μαζί μου δυο άδεια μπουκάλια από λάδι μέσα στο κατάστημα, ούτε είχα διάθεση να γυρίσω στο αυτοκίνητο να τα αφήσω, αναζήτησα ένα μέρος για να τα ακουμπήσω μέχρι να τελειώσω τα ψώνια μου και να τα πάρω μετά. Τα ακούμπησα λοιπόν σε μια γωνιά δίπλα στις συσκευές συλλογής συσκευατιών (πλαστικό, αλουμίνιο και γυαλί) που βρίσκονταν δίπλα στις δεξαμενές. Σκέφτηκα προς στιγμήν να τα ρίξω στην ανακύκλωση πλαστικού, αλλά ήταν μεσα στα λάδια και δεν ήμουν σίγουρη αν μπορούσαν να αξιοποιηθούν έτσι. Προτίμησα λοιπον να τα αφήσω να με περιμένουν και μπήκα να ψωνίσω.

Όταν βγήκα, τα μπουκάλια μου με περίμεναν ήσυχα στη θέση τους. Με περίμενε όμως και κάτι άλλο που με ξάφνιασε πολύ: σε έναν μικρό κάδο σκουπιδκών δίπλα στα μηχανήματα, πάνω πάνω βρισκόταν η σακούλα με τα δύο πλαστικά μπουκάλια του κυρίου με τον οποίο είχα συμπέσει. Ήταν σίγουρα τα ίδια: αναγνώρισα τη σακούλα και τα μπουκάλια, το ένα ήταν ελαφρά παραμορφωμένο (μάλλον από καυτό λάδι, υποθέτω ότι δε σκέφτηκαν να το αφήσουν να κρυώσει πρώτα), και είχαν ακόμη λίγο λάδι στον πάτο. Τα κοίταξα για λίγο μην ξέροντας τι να υποθέσω και τι να κάνω. Τελικά τα πήρα μαζί με τα δικά μου στο σπίτι μου, όπου τα έπλυνα και τα έβαλα κανονικά στην ανακύκλωση την επόμενη μέρα.

Αυτό που με ξάφνιασε όμως και που εξακολουθεί να μου φαίνεται ανεξήγητο είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που κάνει τον κόπο να ανακυκλώσει το λάδι του να πετάει αμέσως μετά τα πλαστικά μπουκάλια στα σκουπίδια, και μάλιστα ενώ υπάρχουν δίπλα κάδοι ανακύκλωσης;

Έκανα διάφορες σκέψεις, από το "δεν θα το σκέφτηκε" (ανεπαρκές) μέχρι το "δεν θα το είδε" (απίστευτο), νομίζω όμως ότι το πιο πιθανό είναι το εξής: η γυναίκα του τού είπε "μια που θα πας στο σούπερ μάρκετ, πήγαινε άδειασε και το λάδι στην ανακύκλωση", πράγμα το οποίο και έκανε. Επειδή όμως δεν του είχε πει "και αφού το αδειάσεις, φέρε τα μπουκάλια πίσω να τα πλύνω" ή "μόλις τελειώσεις, ρίξε τα μπουκάλια στην ανακύκλωση" δεν το έκανε.

Δεν ξέρω αν πρέπει να χαίρομαι που η ανακύκλωση μπήκε στη ζωή μας ή να λυπάμαι που δεν είμαστε όλοι όσο συνειδητοί θα έπρεπε, δεν ξέρω αν πρέπει να συγχαρώ τον κύριο για την προσφορά του ή να τον κατακρίνω για την αμέλειά του. Αποφασίζω όμως ότι προτιμώ να χαρώ: εν τέλει το αποτέλεσμα μετράει, και τουλάχιστον το λάδι ανακυκλώθηκε, ασχέτως κινήτρου, έστω κι αν το πλαστικό χάθηκε.

Ανακυκλώστε λοιπόν κι εσείς, και πείσετε και τους γνωστούς σας να το κάνουν! Ακόμη κι αν σας βρούνε λίγο σπαστικό στην αρχή, το αποτέλεσμα αξίζει τον κόπο.

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Are we free to choose our religious beliefs?

The original article was published on november 9, 2009.

For the greek version, click here.

As I read the recent publications and follow conversations in blogs and fora concerning the decision of the European Court for Human Rights to abolish crucifixes from the school rooms of Italy, I reflect on the difficulty of seeing the obvious: that the presence of religious symbols reflects partiality in favor of a particular religion, and what is more, it is a declaration of power, an indirect imposition, and therefore it limits the citizens’ freedom, regarding both the choice and the expression of their religious beliefs.

ll of us know of people who have sworn in court with their hand placed on the bible, simply in order not to risk displeasing a possibly religious judge. How free can we feel to declare that we are not christian, in a country were christian symbols reign?

How can a child choose whether to join a religion or not, and if yes, which religion that would be, while the crucifix is still hanging over the blackboard? How easy do you think it is to take a posture against the prevalent belief of society? How can nobody realize that the symbols and rituals of a religion (crucifix, icons, prayers, etc), when displayed in places where all citizens must go in order to fulfill their obligations or claim their rights (schools, courts of justice, police, army, public services), represent an imposition of that religion?

Oh but of course, it is not forbidden to belong to another religion or to have no religion. Let someone please go tell this to my daughter, who makes the sign of the cross during the morning prayer in the school yard, because all children do so, in spite of the fact that we are not christians and she has not been taught christian customs and traditions. Apparently nobody has ever taught her to, neither has anybody imposed this on her. She could of course go to the empty classroom on her own and wait for the others to finish, or stand apart, alone, next to the others, without crossing herself. I ask you to imagine a six year old, on first grade, in a new place, among new people, with new responsibilities, trying to adapt to a new situation, and on top of that having to make a statement about her religious beliefs – let’s face it, failure to participate in a christian ritual such as the prayer is an ideological statement. How can we possibly demand of young children to take such a grave ideological decision and assume its weight, either crossing themselves or not?

I would like to tell those christians who feel that their faith is being threatened, that they ought to be glad at the prospect of symbol removal from schools. Will the display of religious symbols make good christians out of the children? Probably the opposite is true: it will teach them to pretend, like my daughter does now, in order to be integrated. The essence of faith can not be taught by pure formalism of ritual. Those who truly care for christian faith will want the abolition not only of symbols and prayer from the schools, but also of the christian catechism euphemistically called “religion class”.

And all us fools, citizens of this country, divide into “christians” and “others” and fight over the display or removal of “their” symbol, instead of realizing that this symbol is a Damocles’ sword hanging over the heads of us ALL.

Let us all together turn our home into a FREE country, where nobody will need to cross themselves unwittingly, nor swear hypocritically, in order to feel socially integrated.

UPDATE: Following the example of mrs. Lauci in Italy, eight parents in Greece have sent petitions to the Greek Ombudsman asking for the removal of religious symbols and the abolition of prayer from their children’s school. Also, the Humanist Union of Greece has sent an open letter to the prime minister on the subject of the removal o f religious symbols.

Σάββατο, 16 Οκτωβρίου 2010

ENGLISH ARTICLES

Recently, the blog Atheia, a collective blog posting articles of atheistic interest to which I sometimes contribute, has decided to translate a few of the articles in english. Since the blog Atheia does not permite comments but redirects to the authors' blog for commenting, it was necessary to post our translated articles in our respective blogs in order to allow for comments.

The purpose of this post is to contain the links to all the english translations of my articles. I considered creating a new blog, but the articles are so few, I figured it was not worth it. I will be adding more articles as I translate them.

You are welcome to read my posts and comment. If you find them interesting, you might want to visit the Atheia blog and read more, in case you have not already done it, or visit the Atheist Union of Greece webpage.

Article links:

1. Are we free to choose our religious beliefs?

Why “Atheia” ?

This article was translated for the english version of the collective atheist blog "Atheia".
The original article, written for the greek version of the blog Atheia, was posted on April 6, 2009. For the greek version of the article, click here.

When we decided to launch a collective blog with an atheistic content, we sought a title. We concluded that most contributors did not define themselves as atheists, but free-thinkers, skeptics or secularists and viewed atheia as a result of their logical approach of the cosmos, a part of a more general philosophy or ideology. Indeed, the term "atheia" wouldn’t even exist, if its opposite, belief in god, didn’t exist. So why bother with something that doesn’t exist? Why bother publicly declaring that we do not believe in the existence of god?

So, why talk of atheia?

Why not, logic, for instance? Most, if not all of us, use logic as an everyday tool to interpret the phenomena we observe and check the validity of every argument.

Why not skepticism? Our basic characteristics are doubting, studying, checking, not accepting axioms at face value nor do we believe that there is anything that should not be doubted.

Why not materialism? It considers the natural world definitive, primary, the very foundation of existence and conscience, thought and spirit are considered secondary.

We could even mention nihilism, which rejects absolute knowledge, truth and ethics, in contrast to religion, which lays claim on all three.

On a practical level, we all strive for secularism; dividing the spiritual life (whether it goes by the name "religion" or any other name) from politics, education, economy and all areas of secular activity.

And there is no doubt we’re all free-thinkers. We let our minds operated free of all presuppositions, prejudices and superstitions, free from prefabricated beliefs and doctrines. For he who thinks freely, thinks well.

For those of us contributing to this blog, all the previous points are valid. But neither was the cause that sparked the creation of this collective website. Our common denominator, the issue we all care about and want to discuss and express in any way we think of is atheia.

In a world where everyone would be able to think freely and choose her religious views without interference, there would be no reason to talk of atheia. But in a world where religion is more than a simple institution, where religion is above doubt and criticism, where the presence and influence of religion can be traced in society and politics, where religion has special financial advantages, where religious doctrine is taught in public schools and manifest in our every step, from the crucifix behind the podium to the bible on the witness stand, in a world like this an atheist is compelled to share his ideals.

It needs to be more widely know that there is an alternative. That religion is not something necessary nor should we take it for granted in our lives. That someone can live just fine without it. That not only does the atheist miss something, but gains greater freedom both spiritually and in his everyday life.

For many atheia is a word of negative connotations. It is linked to immorality, as if morality is a religious monopoly, or hatred, as if rejecting a belief automatically makes one hate those who accept it.

For us atheia is only positive. It releases the spirit from the constraints of undoubting faith, it rids the mind of metaphysical though and turns the exploration of the world into an objective matter, it brings us face to face with the responsibility of our actions, it gives us the ability to build a society based on man and nature.

We chose to talk of atheia and not atheism. "Atheism" is defined in dictionaries and encyclopaedias, whether we like it or not, as the denial of god (which assumes that god exists and we deny it). Furthermore, the ending of the word "atheism" suggests an ideology, while "atheia" is not an ideology. It is not a system of beliefs, it is not an finely woven net of ideas.

The greek word "atheia" defines the lack of belief in god and in the supernatural.

No more, no less

After many suggestions as to what the name of our collective website should be, after many discussions online and offline, after considering logic, skepticism, secularism and free-thought and agreeing that while all of these concepts express us, but none is our focal point, we finally settled on the name you see: ATHEIA.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

ΣΩΣΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΕΙΔΟΣ

Προσφάτως περιήλθε στην κατοχή μου μια στίβα μεταχειρισμένα βιβλία, μεταξύ των οποίων το πολύ χαριτωμένο "Τουρίστες στον πλανήτη Γη" (εκδόσεις Παρά Πέντε) του Douglas Adams - ναι, του γνωστού συγγραφέα χιουμοριστικής επιστημονικής φαντασίας. Μόνο που το βιβλίο αυτό δεν είναι φαντασίας, είναι ένα ταξιδιωτικό χρονικό: ο Douglas περιγράφει με το γνωστό χιούμορ του μια περιήγηση που έκανε συντροφιά με τον βιολόγο Mark Carwardine ανά τον κόσμο, σε αναζήτηση σπάνιων ειδών ζώων. Το σκεπτικό ήταν να γυριστεί μια σειρά ντοκυμανταίρ και να γραφτεί ένα βιβλίο (αυτό ακριβώς που διαβάζω εγώ τώρα) σχετικά με τα είδη υπό εξαφάνιση, μπας και ευαισθητοποιηθεί λίγο παραπάνω το κοινό.

Η ανάγνωση αυτού του βιβλίου είχε πάνω μου μια απρόσμενη επίδραση: μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια. Όχι, δεν ταξίδευα ανά την υφήλιο στα παιδικά μου χρόνια αναζητώντας είδη ζώων υπό εξαφάνιση (αν και πολύ θα το ήθελα, εδώ που τα λέμε). Απλώς στην παιδική μου ηλικία - ή μήπως θα έπρεπε να πω εφηβική; - κάπου εκεί γύρω στα δώδεκα χρόνια μου, διάβασα μια σειρά βιβλίων πολύ παρόμοιων με αυτό του Adams, γεγονός που έμελλε να καθορίσει την πορεία της ζωής μου (σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον). Αναφέρομαι στα βιβλία του Gerald Durrell, λάτρη των ζώων και ιδιοκτήτη ενός ζωολογικού κήπου στο νησί Jersey της Αγγλίας. Το πρώτο που διάβασα δεν ήταν ακριβώς ταξιδιωτικό: είχε τον τίτλο My family and other animals, και περιέγραφε τα δικά του παιδικά και εφηβικά χρόνια στην Κέρκυρα, όπου έζησε με την οικογένειά του για τέσσερα χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρονικού διαστήματος ο νεαρός Gerry το αφιέρωσε στην μελέτη της τοπικής πανίδας, την οποία παρατηρούσε, συνέλεγε, εξέτρεφε και γενικώς πιλάτευε με κάθε τρόπο που μπορούσε να σκεφτεί - ακριβώς όπως έκανα κι εγώ!

Μεγάλωσα σε σπίτι με κήπο και με αλάνες και χωράφια ένα γύρο - απίστευτη πολυτέλεια, συνειδητοποιώ τώρα, καθώς αντικρίζω τις πολυκατοικίες από το μπαλκόνι μου, γνωρίζοντας ότι το πατρικό μου σπίτι βρισκόταν μόλις δυο τετράγωνα από το διαμέρισμα όπου μένω σήμερα. Δεν είχα πολλές παρέες - δεν υπήρχαν παιδιά στη γειτονιά (γενικώς δεν υπήρχαν και πολλοί ανθρωποι εδώ γύρω) και δεν είχα συνομήλικα αδέλφια. Η τηλεόραση δεν είχε εισβάλει ακόμη στη ζωή μας (κάποια στιγμή αγοράσαμε μια ασπρόμαυρη, αλλά με δυο κανάλια όλα κι όλα, οι επιλογές ήταν ελάχιστες), άλλωστε έβρισκα μάλλον βαρετή. Το αποτέλεσμα ήταν να περνώ τις μέρες μου είτε διαβάζοντας μανιωδώς, είτε εξερευνώντας μανιωδώς τη φύση που με περιέβαλλε. Δεν περιοριζόμουν να παρατηρώ, έκανα και πειράματα: έσκαψα μια μυρμηγκοφωλιά για να δω ως πού έφτανε και πώς ήταν από μέσα, μάντρωσα μια μεγάλη μαύρη αράχνη σε μια γυάλα και προσπαθούσα να την ταϊσω, μπαρκάρησα όσα σαλιγκάρια μπόρεσα να συγκεντρώσω σε ξύλινα καραβάκια στη λιμνούλα του κήπου μας για να τα σώσω από την γαστριμαργική εξόρμηση μιας θείας μου (προς μεγάλη μου θλίψη τα περισσότερα φουντάρανε στο νερό και πνίγηκαν - είχα πολύ δρόμο ακόμη μπροστά μου μέχρι να ανακαλύψω τις βασικές αρχές της σωστής προστασίας του περιβάλλοντος). Συχνά μάλιστα τα δύο μου χόμπυ - διάβασμα και ζωολογία - συναντιούνταν: διάβαζα βιβλία σχετικά με τα ζώα, ξέρετε το στυλ, Ο θαυμαστός κόσμος των ζώων και τα παρόμοια.

Όταν λοιπόν ανακάλυψα το βιβλίο του Durrell, έγινε μέσα μου μια αποκάλυψη. Πρώτον, υπήρξε κάπου κάποτε ένα αγοράκι που έκανε αυτό ακριβώς που έκανα κι εγώ: μάζευε και χάζευε μανιωδώς ζωάκια. Δεύτερον, αυτό το αγοράκι όταν μεγάλωσε συνέχισε ν' ασχολείται με τα ζώα, μέχρι που κατάφερε να ταξιδέψει σε όλο σχεδόν τον κόσμο για να βρει τα ζώα που ήθελε, και να ιδρύσει έναν δικό του, ολοδικό του ζωολογικό κήπο! Εκεί και τότε αποφάσισα να γίνω ζωολόγος, επιθυμία που αργότερα διεστράφη εξαιτίας της ανάγνωσης άλλων ολέθριων αναγνωσμάτων (των βιβλίων βιολογίας του σχολείου κι ενός τεράστιου τόμου με τον λακωνικό τίτλο Biology) και μετετράπη στην επιθυμία να γίνω βιολόγος, πράγμα το οποίο περιελάμβανε και διεύρυνε την πρώτη μου επιθυμία και το οποίο παρ' ολίγον να πετύχω (πήρα το πτυχίο μου αλλά το αξιοποίησα ελάχιστα).

Το βιβλίο του Adams είχε τρία καθοριστικά κοινά σημεία με εκείνα του Durrell: πρώτον, το περιεχόμενο. Και οι δύο συγγραφείς περιγράφουν ταξίδια ανά τον κόσμο σε αναζήτηση σπάνιων ζώων, και μας αφηγούνται διάφορα ανέκδοτα και ευτράπελα από τις περιηγήσεις τους. Δεύτερον, το χιούμορ. Όταν διάβασα τον Durrell στα δώδεκα, θεώρησα ότι το χιούμορ αυτό ήταν το δικό του προσωπικό ύφος. Διαβάζοντας τώρα τον Adams συνειδητοποιώ ότι μάλλον πρόκειται για σχολή ή για κάτι ακόμη ευρύτερο, κάτι που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "αγγλική χαριτωμενιά", ένα μείγμα αυτοσαρκασμού και λεπτού πνεύματος που ανακάλυψα ότι ταίριαζε γάντι στην ιδιοσυγκρασία μου - όπως και η ζωολογία. Τρίτον, η προτροπή στην προστασία των σπάνιων ειδών.

Εδώ σ' αυτό το τελευταίο θα σταθώ λίγο παραπάνω. Όταν ήμουν παιδί, η σκέψη να αναζητήσω το τελευταίο ζευγάρι ενός σπάνιου είδους για να το διασώσω, να το προστατέψω και να εξασφαλίσω την επιβίωση του είδους, φάνταζε μαγικό, ηρωικό, περιπετειώδες. Δεν νομίζω πως με έκοφτε και πολύ η προστασία της φύσης με την ευρύτερη έννοια, η διατήρηση της βιοποικιλότητας και άλλα τέτοια σοβαρά ζητήματα. Απλώς το έβρισκα συναρπαστικό. Έβρισκα συναρπαστικά τα ίδια τα ζώα, καθώς και το όλο concept της διάσωσης, αλλά και της εγγύτητας και της επικοινωνίας με ένα άλλο ζωικό είδος πέρα από το δικό μου.

Καθώς μεγάλωνα και μορφωνόμουνα, όλο αυτό ντύθηκε με μια ηθικολογία και μια επιστημολογία: η προστασία του περιβάλλοντος ήταν "σωστή" και "καλή" και την επιδιώκαμε για διάφορους λόγους, όχι πάντοτε σαφής ή εύκολα κατανοητούς, οπωσδήποτε όμως σοβαρούς και σημαντικούς. Σε περιπτώσεις όπου η καταστροφή του περιβάλλοντος έχει άμεσες ή έμμεσες εμφανείς επιπτώσεις στο ανθρώπινο είδος, είναι εύκολο να αιτιολογηθεί η στάση αυτή. πάρα πολλές περιπτώσεις όμως αυτό δεν είναι απόλυτα σαφές: τι θα πάθει ο άνθρωπος αν εξαφανιστούν όλα τα ποταμίσια δελφίνια της Κίνας, λόγου χάρη; Κατά πάσα πιθανότητα, απολύτως τίποτε. Όπως δεν έπαθε τίποτε και όταν εξαφανίστηκε το ντόντο, ή ακόμη και το ταξιδιωτικό περιστέρι της Αμερικής.

Προσπαθούμε να βρούμε δικαιολογίες για να σώοουμε τα κινδυνεύοντα είδη. Λέμε, λόγου χάρη, ότι η γενική μείωση της βιοποικιλότητας βλάπτει το οικοσύστημα, ή ότι η εξαφάνιση ενός και μόνου είδους μπορεί να διαταράξει την οικολοτική ισορροπία, ιδίως αν το είδος αυτό βρίσκεται στην κορυφή της τροφικής πυραμίδας. Είναι όμως πάντα αυτός ο λόγος; Και είναι πράγματι τόσο σημαντικός όσο λέμε;

Ειλικρινά, δεν ξέρω. Και δεν με νοιάζει. Γιατί ο λόγος που εγώ προσωπικά νοιάζομαι για τα κινδυνεύοντα είδη είναι άλλος: νοιάζομαι επειδή έτσι μ' αρέσει. Και αν θέλετε τη γνώμη μου, νομίζω ότι είναι τελικά ο μόνος λόγος για να νοιαστεί κανείς για οτιδήποτε.

Τα βιβλία του Adams και του Durrell είχαν κι ένα ακόμη κοινό σημείο: και οι δύο συγγραφείς ανέφεραν το κακάπο, ένα πουλί της οικογένειας των παπαγάλων που ζει στη Νέα Ζηλανδία και που απειλείται άμεσα με εξαφάνιση. Γίνονται τεράστιες προσπάθειες για τη διάσωσή του, και άμα το καλοκοιτάξει κανείς το ζήτημα αρχίζει ν' αναρωτιέται αν αξίζει τον κόπο. Το κακάπο ήταν ένα πλάσμα θαυμάσια προσαρμοσμένο στο περιβάλλον του. Το πρόβλημα είναι ότι το περιβάλλον του άλλαξε άρδην με την άφιξη των ευρωπαίων στα νησιά αυτά, και τώρα το κακάπο αδυνατεί να επιβιώσει χωρίς βοήθεια.


Το κακάπο έχει χάσει την ικανότητα της πτήσης (δεν του χρειαζόταν βλέπετε), είναι χοντρό, αδέξιο, ανίκανο να ξεφύγει από τις γάτες και τους ποντικούς που το αποδεκατίζουν, και σαν να μην έφταναν αυτά, έχει ένα σύστημα ζευγαρώματος τόσο περίπλοκο ώστε ακόμη κι αν το αφήσουν στην ησυχία του αναπαράγεται με τρομερά αργούς ρυθμούς. Αυτό ήταν χρήσιμο όταν στο νησί δεν υπήρχαν πολλοί θηρευτές για να το εξοντώσουν, επομένως ο έλεγχος του πληθυσμού ήταν προς όφελός του. Τώρα όμως λειτουργεί εναντίον του και δυσχαιρένει την επιβίωσή του.

Γιατί λοιπόν να σώσουμε το κακάπο;

Τι θα πάθουμε εμείς ή έστω το οικοσύστημα αν το κακάπο εξαφανιστεί;

Θα μπορούσα ν' αρχίσω την ηθικολογία για το γεγονός ότι αφού εμείς οι άνθρωποι καταστρέψαμε το περιβάλλον του, θέτοντας την επιβίωσή του σε κίνδυνο, εμείς οφείλουμε τώρα να το διασώσουμε. Θα μπορούσα ν' αρχίσω το κήρυγμα για τον πλούτο της βιοποικιλότητας, που πάντα μπορεί να έχει να μας δώσει κάτι χρήσιμο, έστω κι αν δεν ξέρουμε σήμερα τι είναι. Θα μπορούσα να αναπτύξω τη σημασία της οικολογικής ισορροπίας, την οποία ουσιαστικά δεν κατανοούμε και η οποία κινδυνεύει να διαταραχτεί με το παραμικρό χωρίς να μπορούμε να την επαναφέρουμε.

Δεν θα το κάνω όμως.

Δεν είναι αυτός ο λόγος που θέλω να σωθεί το κακάπο.

Ο λόγος είναι άλλος - τόσο προφανής όσο και αναντίρρητος:


Γιατί είναι απίστευτα γλυκούλι!!!



Ναι, αγαπητοί μου, για μένα τελικά ο μόνος λόγος να διασώσουμε τα κινδυνεύοντα είδη, ή τα έργα του Βαν Γκογκ, τα παλιά μας τεύχη του Λούκυ Λουκ ή οτιδήποτε σε τελική ανάλυση, είναι ένας και μοναδικός:


Επειδή μας αρέσουν.




Υ.Γ. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν ισχυρίζομαι ότι πρέπει να σώσουμε μόνο τα γλυκούλια, άλλωστε δεν μου αρέσουν μόνον αυτά: βρίσκω εξίσου συναρπαστικό τον δράκο του Κομόντο, και σε γενικές γραμμές βρίσκω συναρπαστική κάθε μορφή ζωής και είμαι υπέρ της διατήρησής της (αν και ομολογω ότι κάνω εξαίρεση για ορισμένα οχληρά του τύπου ιός του Έμπολα και ανωφελής κώνωψ - πράγμα που δείχνει ότι σκέφτομαι εν τέλει ωφελιμιστικά, σαν γνήσιο τέκνο της ζωής και της ανθρωπότητας). Γενικώς δεν ισχυρίζομαι τίποτα ούτε προσπαθώ να προτρέψω κανέναν σε τίποτα - να δελεάσω ίσως, να παρασύρω ίσως, να νουθετήσω σε καμμία περίπτωση.

Ιδού μια ζωική μορφή λιγότερο γλυκούλικη αλλά εξίσου συναρπαστική:


Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

ΧΩΡΙΣ ΘΕΟ - the song

Το απόλυτο αθεϊστικό τραγουδάκι σε στίχους Μαυροπρόβατου.
Ο στιχοπλόκος έγραψε για άλλη μια φορά.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΦΥΛΑΚΕΣ ΒΟΛΟΥ - αναδημοσίευση

Διάβασα σήμερα στον χώρο συζήτησης της ομάδας Ξεμπλογκάρισμα το παρακάτω κείμενο, που αναδημοσιεύω χωρίς άδεια και χωρίς σχόλια. Μπορεί να είναι αντιδεοντολογικό, αλλά νιώθω τόσο έντονη ανάγκη να κάνω κάτι, και το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να το διαδώσω, με την ελπίδα να ενδιαφερθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι.


Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

ΦΥΛΑΚΕΣ ΒΟΛΟΥ: ΟΥΤΕ ΣΑΠΟΥΝΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΛΥΘΟΥΝ ΟΙ 156 ΑΝΗΛΙΚΟΙ
Τα κελιά των 6,2 ευρώ
Του ΑΝΤΩΝΗ ΦΩΚΙΔΗ

Ενας καφές κι ένα τσιγάρο. Ετσι, για να πάνε τα «φαρμάκια» κάτω. Ν' ανοίξει ένα παράθυρο στον κόσμο, να περάσει κι αυτή η μέρα. Κι όμως ούτε αυτό είναι βολετό για τα παιδιά που ζουν κλεισμένα σε τέσσερις τοίχους, στενούς, που μικραίνουν την ψυχή τους. Ούτε τη μέρα, ζωή, ούτε το βράδυ, όνειρα. Ούτε καν σαπούνι για να πλυθούν, χαρτί για να σκουπιστούν, τηλεκάρτα για να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο, πέρα από τη βαριά ατσαλένια πόρτα της φυλακής.



Μάχες για το αυτονόητο δίνουν καθημερινά οι ανήλικοι κρατούμενοι στις φυλακές του Βόλου. Ψυχές 156, αριθμός διπλάσιος απ' τη χωρητικότητα του κτιρίου. Οι «φιλοξενούμενοι» νεαροί κοιμούνται στα πατώματα και πάνω στα θρανία του σχολείου που λειτουργεί μέσα στις φυλακές!

Ζουν και δεν ζουν, δίνουν μάχες για να πάρουν κουράγιο, να μη σβήσει η ελπίδα. Μακριά από τις πατρίδες τους οι περισσότεροι, μακριά από τις οικογένειές τους, απειλούν με αυτοκτονία για έναν καφέ, δίνουν αγώνα για μια τηλεκάρτα, ν' ακουστεί η φωνή τους να μην ξεχάσουν πως είναι άνθρωποι.

Η κρίση έφτασε την αθλιότητα στο απόγειό της. Το ποσό των 8 ευρώ για τους απόρους μειώθηκε σε 6,2 ευρώ. Με εξαίρεση τους υπηκόους Αλβανίας, οι οποίοι έστω αραιά θα δεχθούν την επίσκεψη συγγενικού ή φιλικού τους προσώπου, οι υπόλοιποι δεν έχουν επισκεπτήριο. Κανείς δεν θα ταξιδέψει από τη μακρινή πατρίδα τους για να τους δει και να μιλήσει μαζί τους, να τους φέρει τρόφιμα και τσιγάρα.

Την απόγνωσή των ανήλικων κρατουμένων συμμερίζεται μέχρι και η Διεύθυνση του Σωφρονιστικού Καταστήματος Κράτησης Νέων Βόλου, η οποία σε μια ύστατη προσπάθεια να δοθεί λύση καλεί τους πολίτες να συνεισφέρουν όπως μπορούν από το υστέρημά τους, βοηθώντας τα παιδιά που βρίσκονται υπό κράτηση.

Στην πλειονότητά τους οι κρατούμενοι είναι ηλικίας από 16 έως 21 ετών, ενώ οι περισσότεροι ζουν μακριά από τις οικογένειές τους. Εκατό από τους ανηλίκους είναι άποροι και, όπως περιγράφει η διεύθυνση των φυλακών, «δεν μπορούν ούτε εμφιαλωμένο νερό να αγοράσουν ούτε μια τυρόπιτα, ένα κουλούρι, πόσο μάλλον μια τηλεκάρτα ή ένα πακέτο τσιγάρα».

Οι μόνοι που βοηθούν είναι τα μέλη Συμπαράστασης Κρατουμένων και ο πατήρ Θεόδωρος Μπαντάκας, χωρίς τη μηνιαία προσφορά των οποίων δεν θα μπορούσε να βοηθηθεί κανένας από τους απόρους, είτε χρηματικά με 6,20 ευρώ τον μήνα είτε σε είδη πρώτης ανάγκης.

Η διεύθυνση του καταστήματος παρακαλεί όσους έχουν την επιθυμία, αλλά και τη θέληση να βοηθήσουν τα παιδιά αυτά, να καταθέσουν ό,τι μπορούν στο Ταμείο Δωρεών του καταστήματος ή να επικοινωνήσουν στο τηλέφωνο: 24210 72444. *

Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΠ' ΤΟ CAMPING ΣΤΟ ΤΣΑΝΤΙΡΙ

Φαίνεται πως το θέμα της ελεύθερης κατασκήνωσης απασχολεί πολύ κόσμο. Μετά τον φίλο Αθανάσιο Αναγνωστόπουλο και το άρθρο του "Περί ανελευθερίας της κατασκήνωσης", ο αγαπητός μου Γιάννης Χάρης, τα κείμενα του οποίου εκτιμώ και διαβάζω πάντοτε με απόλαυση, έγραψε κι αυτός ένα σχετικό άρθρο με τίτλο "Ελεύθερη κατασκήνωση, ανελεύθερες σχέσεις;".

Χαριτωμένο αναμφίβολα το ευφυολόγημα του τίτλου, κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις. Άλλωστε και η συλλογιστική που ακολουθεί - δεν θα πω επιχειρηματολογία γιατί δεν είναι, άλλωστε ούτε κι ο ίδιος ο Χάρης δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο - κερδίζει την καρδιά του αναγνώστη με την αμεσότητά της. Όλοι νιώθουμε οικεία τα συναισθήματα του Χάρη, γιατί όλοι έχουμε βρεθεί, ποιος λίγο ποιος πολύ, σε μια παραλία κατειλημμένη από κατασκηνωτές, κι έχουμε νιώσει παρείσακτοι, και ευχόμαστε να μην υπήρχαν, να είχαν αφήσει την έρημη παραλία έρημη, για να την απολαύσουμε κι εμείς όπως μας γουστάρει, χωρίς, βρε αδελφέ, την οχληρή τους παρουσία. Γιατί δεν μπορούν να κάνουν κι αυτοί διακοπές όπως όλος ο καλός κόσμος, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ή στο σπίτι της θείας από το χωριό, νομότυπα περιφραγμένοι και οριοθετημένοι σύμφωνα με τα χρηστά μας ήθη;

Το ίδιο αίσθημα, λίγο έως πολύ, εξέφρασε και ο kt στα σχόλιά του στην ανάρτηση του Αθανάσιου Αναγνωστόπουλου που προανέφερα. Αυτός μάλιστα μίλησε πολύ πιο καθαρά: είναι, λέει, μισάνθρωπος, δεν θέλει να τους βλέπει τους ανθρώπους, του χαλάνε το τοπίο, τον ενοχλούν. Δεν δέχεται την παρουσία των κατασκηνωτών, ούτε καν υπό όρους: προτιμά την ολοσχερή απαγόρευση της ελεύθερης κατασκήνωσης. Δέχεται μόνο - με κρύα καρδιά αναμφιβόλως - την παρουσία των απλών λουόμενων που πηγαίνουν για ημερησία εκδρομή - ίσως επειδή δεν μπορεί να σκεφτεί κανέναν τρόπο να ζητήσει την απαγόρευση της παρουσίας τους εκεί χωρίς να απαγορευτεί ταυτόχρονα και η δική του παρουσία.

Δεν μπορώ να πω ότι διαφωνώ με τους προλαλήσαντες. Ίσα ίσα που συμμερίζομαι τα αισθήματά τους: θέλω κι εγώ να εξαφανιστούν όλοι οι άλλοι από την παραλία και να στήσω μόνο εγώ τη σκηνή μου, άντε και μερικοί επίλεκτοι φίλοι του δικού μου γούστου. Κι όταν πηγαίνω για μπάνιο ημερήσιο, θέλω να είναι ελεύθερο το καλό το δέντρο με την πυκνή σκιά, και να λείπουν όλες οι πολυμελείς οικογένειες με τις πλαστικές καρέκλες και τα τραπεζάκια, διότι με ενοχλούν αισθητικά, καθώς και οι παρέες εφήβων με μουσικόφωνα, διότι η μουσική που βάζουν δεν είναι του γούστου μου. Ελα όμως που υπάρχουν κι εκείνα τα ρημάδια τα δημοκρατικά μου αισθήματα - πού και πώς τα απέκτησα δεν ξέρω, οπωσδήποτε δεν ευθύνεται η λαμπρή παιδεία μου γι' αυτά - που μου ροκανίζουν τη συνείδηση λέγοντας "η παραλία ανήκει σε όλους και έχουν όλοι δικαίωμα να την χαρούν εξίσου";

Μα δεν είπαμε να μην την χαρούν!, θα διαμαρτυρηθούν ίσως οι πολέμιοι της ελεύθερης κατασκήνωσης. Ίσα-ίσα αυτό λέμε, να είμαστε όλοι ισότιμοι - δηλαδή όλοι με πετσέτα και ομπρελίτσα, άντε και με πλαστική καρέκλα και τραπέζι, όχι όμως με τσαντίρι ημιμόνιμο! Αυτή ακριβώς η περίπου μονιμότητα είναι που ενοχλεί λοιπόν. Το γεγονός ότι αυτός με τη σκηνή του θα μείνει λίγο παραπάνω εκεί, κι επομένως κατά κάποιον τρόπο αποκτά παραπάνω δικαιώματα στο χώρο, ένα είδος ψιλοχρησικτησίας σα να λέγαμε. Κι έτσι δεν είμαστε πλέον ισότιμοι, διότι όπως σωστά λέει ο Χάρης, " Το σπίτι, η σκηνή, το οτιδήποτε χτιστό ή μονιμότερα στημένο, δημιουργεί, υποβάλλει, επιβάλλει όρους ανισότητας. ".

Εγώ σαν αφελής που είμαι, προβληματίζομαι αφελώς πάνω σε αυτό και λέω: τι μας ενοχλεί περισσότερο, μια σκηνή ή μία εξοχική κατοικία; Τι μας εμποδίζει περισσότερο να χαρούμε την φύση, μια ομάδα κατασκηνωτών ή ένα ξενοδοχειακό συγκρότημα; Προφανώς τα δεύτερα. Όμως τα δεύτερα εκτός από μόνιμα (και άρα πιο οχληρά από τη σκηνή) είναι νόμιμα, καθαγιασμένα, κι επομένως στο απυρόβλητο, όχι μόνο του νόμου αλλά και της πολιτικής μας συνείδησης. Γιατί έχουμε συνηθίσει πως ό,τι λέει ο νόμος είναι το σωστό και το πρέπον, και ξεχνάμε ότι οφείλει να ισχύει ακριβώς το αντίστροφο, δηλαδή αυτό που είναι σωστό και πρέπον να φροντίζει ο νόμος να το επιβάλλει.

Ακόμη και η νόμιμη κατοικία μας, το σπιτικό μας, το κάστρο μας, το αναφαίρετο - νομίζουμε - δικαίωμά μας στη στέγη, δημιουργεί ανισότητα - και μάλιστα πολύ μεγαλύτερη και πιο σημαντική από αυτήν που δημιουργέι η σκηνή. Γιατί στο κάτω-κάτω σκηνή μπορεί να στήσει ο καθένας με ελάχιστο κόστος, ενώ σπίτι δεν μπορεί να αγοράσει. Ούτε καν επιτρέπεται να πάει να μείνει σε ένα ακατοίκητο σπίτι ή έστω σε ένα άδειο δημόσιο κτίριο - είναι παράνομο και ο καταληψίας εκδιώκεται. Εκεί να δεις ανισότητα!

Και το αφελές μυαλό μου, με τους γνωστούς αφελείς συνειρμούς του, πηδάει από τους κατασκηνωτές στους τσιγγάνους της Γαλλίας που διώχτηκαν από τον τόπο διαμονής τους, γιατί δεν είχαν δικαίωμα να βρίσκονται εκεί. Κι από κει ο νους μου πηδάει στους απανταχού τσιγγάνους, στους απανταχού νομάδες, μετανάστες και άστεγους, κι αναρωτιέμαι, τι είναι δικαίωμα; Τι είναι ισοτιμία; Ποιος τα ορίζει αυτά; Μπορούμε να απολαύσουμε όντως ισότιμα όλα τα αγαθά που δικαιούμαστε; Το δικαίωμα στην στέγη δεν είναι θεμελιώδες; Κι όμως εγώ, ας πούμε, έχω στέγη, γιατί την κληρονόμησα από τον πατέρα μου, κι αυτός από τον παππού του, κι αυτός τρέχα γύρευε από πού - δεν έκανα πάντως και τίποτε για να την κερδίσω, απλώς γεννήθηκα σε μια ευτυχή συγκυρία, εβρέθηκα να ζω εδώ χωρίς να καταλάβω πώς, κι επειδή έτσι τα βρήκα και τα συνήθισα, αισθάνομαι ότι τα δικαιούμαι, βρε αδελφέ! ενώ ο άλλος κακομοίρης που γεννήθηκε σε μια ατυχή συγκυρία και δεν κληρονόμησε τίποτα, πρέπει να πληρώσει για να τα έχει, ή να μείνει άστεγος.

Η σκέψη μου είναι ως συνήθως χαοτική, γιατί τώρα συλλογίζομαι ότι η ιδιοκτησία είναι κλοπή, κατά πώς λένε οι αναρχικοί, γιατί μου φαίνεται παράλογο και άκρως ανισότιμο να μπορεί κάποιος να έχει στέγη και κάποιος άλλος όχι, και μάλιστα όχι απλώς μια στέγη μόνο, αλλά και δεύτερη και τρίτη που την νοικιάζει, και να έχει κι εξοχική κατοικία, πράγμα που φαντάζει απολύτως φυσικό, βέβαια, που δεν ξενίζει κανέναν, και που δεν διανοούμαστε να ζητήσουμε να απαγορευτεί επειδή μας χαλά την απόλαυση της γαλήνιας φύσης όταν βολτάρουμε στα χωράφια. Οι σκηνίτες μας ενόχλησαν; Πολύ πιο λογικό θα μου φαινόταν να ζητήσουμε να κατεδαφιστούν όλες οι εξοχικές κατοικίες και οι τουριστικές εγκαταστάσεις, ώστε να απολαμβάνουμε όλοι ισότιμα την εξοχή χωρίς οχληρές οικοδομές και δρόμους, παρά να θέλουμε να φύγουν οι σκηνίτες από τις παραλίες. Ίσα ίσα που με τους σκηνίτες μπορούμε άνετα να γίνουμε όλοι ισότιμοι με ελάχιστο κόστος, στήνοντας κι εμείς τη σκηνή μας λίγο παρακάτω, έστω και στην επόμενη παραλία, ενώ με τους έχοντες και κατέχοντες τις βιλίτσες δεν μπορούμε (θεωρητικά και νομικά έχουμε τη δυνατότητα, στην πράξη όμως όχι, κακά τα ψέματα).

Για τον Χάρη, η παρουσία του κατασκηνωτή ενοχλεί, γιατί εξαιτίας της "δεν είσαι πλέον χαλαρός, δεν θα τραγουδήσεις λ.χ., δεν θα φωνάξεις, δεν θα παίξεις με την παρέα σου· δεν θα μείνεις μόνος, σιωπηλός, στη φύση, με την αίσθηση, με την απόλαυση πως είσαι μόνος, σιωπηλός, στη φύση". Μα ούτε και στη Λούτσα μπορείς να το κάνεις αυτό, ούτε καν στον Σχινιά, που πηγαίνω τακτικά. Η παρουσία των απλών λουόμενων, με την πετσέτα και την ομπρελίτσα, ή ακόμη και δίχως αυτήν, αρκεί για να σε εμποδίσει να μείνεις μόνος και σιωπηλός στην φύση, αλλά και να τραγουδήσεις ή να φωνάξεις ή να παίξεις κατά βούλησιν, γιατί όπως και να το κάνουμε δεν μπορείς να παίξεις μπητς βόλεϋ πάνω από τα ποδάρια κάποιου που είναι ξαπλωμένος σε μια πετσέτα, όπως και πάνω από τη σκηνή του. Και χωρίς σκηνή να ήταν, πάλι θα τον ενοχλούσαν - ή μήπως φαντάζεται ότι θα εξαφανίζονταν τελείως, θα έμεναν κλεισμένοι στα διαμερίσματά τους και δεν θα πήγαιναν διόλου στην παραλία για να μην τον ενοχλούν;

Εδώ προβάλλει λοιπόν ο Χάρης μια ακόμη αντίρρηση: ο σκηνίτης, μας λέει, καταλαμβάνει πολύ περισσότερο χώρο απ' όσο ο απλός λουόμενος. Γιατί ο δεύτερος έχει μόνο μια πετσέτα (άντε και μια ομπρέλα, άντε και μια ξαπλώστρα) ενώ ο πρώτος έχει όλα τα παραπάνω συν τη σκηνή, συν ίσως και τραπέζι με καρέκλες και την παρεπόμενη οικοσκευή. Πράγματι. Θυμίζω όμως ότι ο σκηνίτης, με ή χωρίς σκηνή, υπάρχει. Υπάρχει και θα υπάρχει, και θα θέλει να χαρεί την παραλία και να κάνει διακοπές, με ή χωρίς σκηνή. Μπορούμε λοιπόν είτε να του επιτρέψουμε να κατασκηνώνει και να θέσουμε όρους στην κατασκήνωση (ελάχιστη απόσταση από τον αιγιαλό και από οικισμό, περιορισμός στο μέγεθος και την έκταση της εγκατάστασης, ελάχιστη απόσταση μεταξύ εγκαταστάσεων, τακτικός έλεγχος για αποφυγή μόνιμων κατασκευών κ.ο.κ.) ώστε να μειώσουμε κατά το δυνατόν τις συνέπειες στο περιβάλλον και στο τοπίο (λαμβάνοντας υπ' όψιν και την αισθητική και τις ανάγκες γαλήνιας ενατένισης του αγαπητού μου Χάρη, του αγαπητού μου kt αλλά και τις δικές μου και τόσων άλλων), ενώ παράλληλα θα υπάρχει ενημέρωση για τον σωστό τρόπο κατασκήνωσης, είτε να του απαγορεύσουμε να κατασκηνώνει και άρα να τον στείλουμε εν μέρει σε νέες τουριστικές εγκαταστάσεις (που επιβαρύνουν πολύ περισσότερο το περιβάλλον, αλλοιώνουν ανεπανόρθωτα το τοπίο κι επιπλέον αλλοτριώνουν το χαρακτήρα των ανθρώπων) κι εν μέρει στην παρανομία, εξωθώντας τον να κατασκηνώνει ανεξέλεγκτα και ασύδοτα, χωρίς όρια στο πού και στο πώς, δημιουργώντας την απεχθή εικόνα που τόσο ενοχλεί τον Χάρη - και, ομολογώ, κι εμένα.

Τι θα διαλέξετε;

Κανονικά η ανάρτηση τελείωνε εδώ. Θέλω να κλείσω όμως με ένα απόσπασμα από ένα σχόλιο του Αθανάσιου Αναγνωστόπουλου στην προαναφερθείσα ανάρτησή του, που παρατέθηκε κάπου εκεί κατά το τέλος της συζήτησης. Απευθύνεται στον kt και κατά τη γνώμη μου εκφράζει γλαφυρά την κατάσταση που παρατηρούμε και ακυρώνει κάθε επιχείρημα περί όχλησης από την παρουσία κατασκηνωτών (γιατί όχι και των λουόμενων, εν τέλει; είναι πολύ περισσότεροι και κατά κανόνα πολύ πιο οχληροί στην συμπεριφορά τους).

"Τα παράπονά σου μού θυμίζουν αυτούς που λένε “όταν εγώ πήγαινα πριν σαράντα χρόνια στο Πόρτο Κατσίκι δεν υπήρχε άνθρωπος”. Όχι απλώς μισανθρωπία, αλλά ατομισμός: όλη η παραλία δική μου, όλη για την ευχαρίστησή μου, οι άλλοι να φύγουνε, να πάνε αλλού. Να μην γίνη δρόμος, μπας και εξυπηρετηθή και κανένας ηλικιωμένος, να μπορούμε να πηγαίνουμε μόνο εμείς οι μυημένοι με τις μηχανάρες μας. Λοιπόν, έχω νέα για εσάς τους αρθουρικούς: τα παιδάκια με τους κεφτέδες σας σιχαίνονται επίσης, θα ήθελαν να εξαφανιστήτε και να έχουν όλη την παραλία για να παίζουν μόνα με τα κουβαδάκια τους.

Αλλά κοινωνία είναι να ζούμε όλοι μαζί. Και εκείνα δεν το καταλαβαίνουνε, επειδή είναι παιδάκια."



Διευκρίνιση:

Επειδή δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι προσπαθώ να πω ότι είναι άδικο να τα βάζουμε με την κατασκήνωση επειδή υπάρχουν άλλα μεγαλύτερα προβλήματα, να ξεκαθαρίσω ότι δεν λέω τίποτε τέτοιο. Θεωρώ βλακωδέστατο τον ισχυρισμό ότι οφείλουμε να λύσουμε όλα τα μεγάλα πριν λύσουμε τα μικρά. Μπορούμε - και πρέπει - να τα λύνουμε όλα παράλληλα. Αυτό που λέω είναι άλλο:

Το συγκεκριμένο θέμα (κατασκήνωση ή όχι) αφορά τη χρήση της γης. Μίλησα λοιπόν για τη χρήση της γης (κατοικία, ιδιοκτησία) και είπα ότι η χρήση αυτή ήδη γίνεται ανισότιμα σε πολλούς τομείς ενώ ίσα-ίσα στην κατασκήνωση γίνεται ισότιμα, γιατί καθένας μπορεί να κατασκηνώσει εξίσου εύκολα.

Επίσης αφορά τον τουρισμό, και μίλησα και γι' αυτόν, και είπα ότι ο οργανγμένος τουρισμός σε ξενοδοχειακές μονάδες είναι πολύ πιο οχληρός στον περιπατητή και τον λουόμενο από την κατασκήνωση.

Είπα τέλος ότι η ιδιοκτησία και ο οργανωμένος τουρισμός είναι νόμιμα και γι' αυτό φαντάζουν σωστά και καλώς καμωμένα, σε αντίθεση με την ελεύθερη κατασκήνωση που είναι παράνομη και γι' αυτό φαντάζει λάθος και παραβατική συμπεριφορά, αρκεί όμως να νομιμοποιηθεί για να γίνει κι αυτή μέρος της πολιτικώς ορθής και αποδεκτής πραγματικότητας.

Ουσιαστικά, συμφωνώ με τον Χάρη, διαφωνώ με την εστίασή του: εκείνος λέει "ελεύθερη κατασκήνωση ίσον ανελεύθερες σχέσεις" αφήνοντας την εντύπωση ότι αυτό που δημιουργεί το πρόβλημα είναι η κατασκήνωση αυτή καθαυτή και το γεγονός ότι είναι ελεύθερη, ενώ εγώ λέω " άλλο ελεύθερη κατασκήνωση και άλλο ασύδοτη κατασκήνωση, ας ρυθμίσουμε τις σχέσεις μας", λέω δηλαδή ότι το πρόβλημα δεν είναι η πράξη του κατασκηνώνειν ελευθέρως αλλά η άγνοια και η αδιαφορία πολλών κατασκηνωτών, πράγμα που μπορεί να λυθεί χωρίς απαγορεύσεις (όχι πως ο Χάρης ζήτησε απαγορεύσεις, πολλοί σχολιαστές όμως στην ανάρτηση του Αναγνωστόπουλου τις ζητούν).

Ας μην συγχέουμε ελευθερία με ασυδοσία. Είμαι σίγουρη ότι και ο Χαρης θα συμφωνήσει σε αυτό. Ελεύθερα περπατάμε στον δρόμο; Ελεύθερα, ναι. Ασύδοτα, όμως, όχι. Υπάρχουν νόμοι που διέπουν ακόμη κι αυτό: υπάρχουν δρόμοι και πεζοδρόμια , φανάρια, διαβάσεις πεζών, διάδρομοι για τυφλούς, κι ένα σωρό άλλα που οφείλουμε να λαμβάνουμε υπ' όψιν μας και που διδάσκουμε στα παιδιά μας. Ελεύθερα πάμε για μπάνιο στην παραλία; Ελεύθερα, ναι. Ασύδοτα, όμως, όχι. Απαγορεύεται να πετάμε σκουπίδια, να ανάβουμε φωτιά, να κατεβάζουμε το αυτοκίνητό μας στην άμμο, να, να, να... Ανελευθερία είναι αυτό; Εξαρτάται πώς ορίζει κανείς την ελευθερία. Εδώ μιλάμε, νομίζω, για ελευθερία στα πλαίσια της κοινωνίας, κι η ελευθερία αυτή, ως γνωστόν, τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου.

Εδώ και λίγα χρόνια, στην Ισπανία (ίσως και αλλού) προέκυψε ένα απροσδόκητο (?) πρόβλημα στις πολυσύχναστες παραλίες. Πολλοί άνθρωποι σηκώνονταν πρωί-πρωί με την αυγούλα, κατέβαιναν στο γιαλό και έπιαναν μια καλή θέση, απλώνοντας δυο πετσέτες και μπήγοντας μια ομπρέλα. Στη συνέχεια έφευγαν, για να επανέλθουν αργότερα, την ώρα που τους εξυπηρετούσε, μαζί με την οικογένειά τους. Φαντάζομαι πως συχνά τη δουλειά αυτή έκανε ο παππούς ή η γιαγιά που δεν είχαν ύπνο. Το αποτέλεσμα ήταν μια παραλία γεμάτη μίνι-καταλήψεις, που κατά τη γνώμη μου δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τους κατασκηνωτές-καταληψίες. Χρειάστηκε να παρέμβει η αστυνομία, περιπολώντας καθημερινά αρκετές φορές και μαζεύοντας τις ακατοίκητες ομπρέλες και πετσέτες.

Φαιδρό; Δεν λέτε τίποτα.

Αναρωτιέμαι αν βρέθηκε κανένας ισπανός Γιάννης Χάρης να γράψει "ελεύθερες ομπρέλες, ανελεύθερες σχέσεις", δαιμονοποιώντας συλλήβδην όλους τους απανταχού λουόμενους, αφήνοντας το υπονοούμενο ότι τα μπάνια στη θάλασσα είναι ολέθρια για την αγνή απόλαυση του παράλιου περιπάτου, αφού όλοι αυτοί οι λουόμενοι μας στερούν τη δυνατότητα να απολαύσουμε την παραλία με ησυχία, και να, ορίστε, ένα σωρό από δαύτους κάνουν και κατάληψη με την ομπρελοπετσέτα τους!

Ας μην μπερδεύουμε το φάντη με το ρετσινόλαδο και τη βούρτσα με άσχετη προς αυτήν αντικείμενα. Ναι, τόσο ο λουόμενος μας όσο και ο κατασκηνωτής μας στερεί την ελευθερία μας ως ένα σημείο - αλλά κι εμείς στερούμε την δική του. Κάπου πρέπει να βρεθεί μια μέση λύση. Και αυτή δεν μπορεί να είναι η απαγόρευση του μπάνιου στη θάλασσα, ούτε της κατασκήνωσης (επειδή τυχαίνει εμείς να μην κατασκηνώνουμε, και σκασίλα μας στο κάτω-κάτω, δεν σημαίνει ότι μπορούμε ελαφρά τη καρδία να αμφισβητούμε το δικαίωμα των άλλων να το κάνουν). Η λύση είναι να βγάλουμε την ομπρέλα και σκηνή μόνο του καταληψία, όχι όλων των λουμένων και κατασκηνωτών, και να βάλουμε όρια στον τρόπο εγκατάστασης στην ύπαιθρο, είτε αυτή αφορά ημερησία είτε πολυήμερη εκδρομή. Ελευθερία, ναι, αλλά με όρους.

Τόσο δύσκολο πια δεν είναι.

Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

ΨΗΓΜΑΤΑ ΣΟΦΙΑΣ ΣΕ ΑΝΥΠΟΠΤΑ ΣΗΜΕΙΑ

Λόγου χάρη, στο πίσω μέρος του βυτιοφόρου που στέκεται μπροστά σας καθώς περιμένετε στην ουρά στα διόδια.



Μόλις γύρισα από διακοπές και βρίσκομαι ακόμη στο θάλαμο αποσυμπίεσης.

Αναμείνατε στις οθόνες σας. Περισσότερη Μελάνη, σε λίγο!

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Με αφορμή εν μέρει τη συζήτηση που έγινε στην ανάρτηση του φίλτατου Αθανάσιου Αναγνωστόπουλου "Περί ανελευθερίας της κατασκήνωσης" και εν μέρει την άκαρπη προσπάθειά μου να εντοπίσω ένα μέρος που να μπορώ να κάνω τις διακοπές μου όπως επιθυμώ, αποφάσισα να γράψω πώς βλέπω εγώ την ελεύθερη κατασκήνωση από την προσωπική μου σκοπιά.

Δεν ξέρω αν είναι δίκαιο ή άδικο, δεν ξέρω αν κάνει καλά ο νομοθέτης που το απαγορεύει ή αν είναι αντισυνταγματικό αυτό, δεν ξέρω αν η ελεύθερη κατασκήνωση επιβαρύνει το περιβάλλον περισσότερο από τον οργανωμένο ή αντίθετα συμβάλει στην προστασία του. Το μόνο που ξέρω είναι ότι μου αρέσει. Και μου αρέσει τόσο πολύ, ώστε όταν δεν μπορώ να την έχω μου λείπει, και μαραζώνω, κι αναρωτιέμαι γιατί κάτι τόσο απλό και φυσικό όσο η ζωή με τη φύση να έχει γίνει τόσο περίπλοκο και περιχαρακωμένο, σε βαθμό που να αισθάνεται κανείς σωστός γκάνγκστερ σε αμερικάνικη ταινία ενώ προσπαθεί απλώς να βρει μια γωνία να ζήσει τις διακοπές του όπως τις λαχταράει, χωρίς να ενοχλεί και χωρίς να τον ενοχλούνε.

Ελεύθερη κατασκήνωση έκανα πρώτη μου φορά όταν ήμουν περίπου δέκα-έντεκα χρονών. Η κατά πολύ μεγαλύτερη αδελφή μου με πήρε μαζί της σε μια τριήμερη εκδρομή με τους συμφοιτητές της, σε κάποια παραλία της Χαλκιδικής. Ένας αμμουδερός ορμίσκος με καταγάλανα νερά, όπως τόσοι και τόσοι, δυο τρεις σκηνές, μια κιθάρα και φωτιά στην παραλία. Ποτέ μου δεν είχα ξαναδεί τοσο πολλά αστέρια στον ουρανό. Δεν πρέπει να είπα ούτε να έκανα πολλά εκείνες τις δυο μέρες. Ρουφούσα όσα έβλεπα, όσα συνέβαιναν, ρουφούσα χαρά ελεύθερης ζωής, την απόλαυση του να σηκώνεσαι το πρωί και να έχεις το κύμα μπροστά στα πόδια σου, την απαράμιλλη αίσθηση φυσικότητας και ελευθερίας. Ξυπνάς στην παραλία, ζεις στην παραλία, κοιμάσαι στην παραλία, πάνω στην άμμο, κάτω απ' τα δέντρα, κι ο πολιτισμός μοιάζει ξένος και μακρινός σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Λίγα θυμάμαι από την εκδρομή εκείνη. Σκόρπιες εικόνες και εντυπώσεις, περισσότερο μια αίσθηση παρά μια ανάμνηση. Αλλά με είχε σημαδέψει. Πήγαμε κι άλλες εκδρομές με την αδελφή μου, στην αρχή με φίλους, αργότερα με τον άντρα και τα παιδιά της, που από μωρά κυλιόντουσαν στην άμμο και το αλμυρό νερό κι έπαιζαν όλη μέρα κάτω από τον ήλιο.

Μόλις έκλεισα τα δεκαοκτώ αγόρασα τη μικρότερη σκηνούλα που βρήκα, φορτώθηκα το σακίδιό μου και επιβιβάστηκα στο πρώτο καράβι που βρήκα μπροστά μου. Περνούσα τα καλοκαίρια μου στις παραλίες των Κυκλάδων, ώρες ατελείωτες κάτω από τον καυτό ήλιο, κολύμπι, μακροβούτια και ξανά στον ήλιο, ώσπου ξεχνούσα ότι υπήρχε κι άλλη ζωή πέρα από αυτήν.

Έχω δοκιμάσει πολλούς προορισμούς, αλλά οι καλύτεροι είναι εκείνοι που βρίσκονται όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον πολιτισμό. Είναι πιο δύσκολο να τους προσεγγίσεις, θέλει κόπο για να μεταφέρεις τις προμήθειες, αλλά ανταμείβεσαι με την απόλυτη ηρεμία της νύχτας, χωρίς φώτα οικισμών, χωρίς αυτοκίνητα ούτε καράβια, χωρίς την οχλαγωγία της τεχνολογίας να θρυμματίζει το ρυθμό του καλοκαιριού. Μαζεύεις ξύλα για φωτιά που στήνεις με προσοχή, μακριά από δέντρα, μέσα στην άμμο, ανάμεσα σε πέτρες, μαγειρεύεις απλά ή τρέφεσαι με φρούτα και σαλάτες, ξεχνάς τι θα πει μπάνιο με γλυκό νερό, καθώς το αλάτι στεγνώνει το ψημένο δέρμα σου, αλλά νιώθεις καθαρός, εξαγνισμένος από τη θάλασσα.

Οι ώρες της μέρας κυλούν χωρίς δράση αλλά γεμάτες ζωή, μουσική, χαμόγελο. Μπορείς να περάσεις μια ολόκληρη μέρα ψάχνοντας για όμορφα βότσαλα στο κύμα, χαράζοντας σχήματα στην άμμο, κατασκευάζοντας κρεμαστά στολίδια από φτερά και ξύλα, κουβεντιάζοντας με παλιούς και καινούριους κατασκηνωτές, ή απλώς ξαπλώνοντας στην άμμο κι αφήνοντας το σώμα σου να παρασύρει το μυαλό σου στη γαλήνη. Οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται απλές, άμεσες, απροσποίητες, δημιουργείται ένα κοινωνικό πλέγμα ελεύθερο από τη φόρτιση της αστικής ζωής και των ρόλων που μας επιβάλλει. Τα ρούχα χάνουν την συμβολική αξία τους και γίνονται χρηστικά, αναγκαία μόνο για προστασία από τα στοιχεία της φύσης, η γύμνια παύει να είναι ταμπού και γίνεται η φυσική κατάσταση του ελεύθερου σώματος, κανείς δεν παραξενεύεται στη θέα ενός γυμνού σώματος και η έγνοια μην τυχόν δει κανείς ένα παραπάνω τετραγωνικό εκατοστό "απαγορευμένης" σάρκας εξανεμίζεται.

Μου είναι τελείως αδύνατον να φτάσω σε τέτοια επίπεδα χαλάρωσης μέσα σε τέσσερις τοίχους, όπου όλα θυμίζουν πόλη και κάνουν το μυαλό να ξαναγυρίζει στις έγνοιες του, πολύ λιγότερο δε σε οργανωμένα camping, όπου βρίσκεσαι σε απόσταση αναπνοής από τον διπλανό σου και τη μπουγάδα του, υφίστασαι τους θορύβους από τηλεοράσεις και μουσικόφωνα, παιδιά που τσιρίζουν, αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται, κοντολογίς όλα τα μειονεκτήματα της παραμονής σε δωμάτια χωρίς κανένα από τα πλεονεκτήματα.

Για μένα η ελεύθερη κατασκήνωση είναι όχι απλώς η πιο αγαπημένη μορφή διακοπών, αλλά η μοναδική μορφή διακοπών. Διαφορετικά, δεν καταλαβαίνω διακοπές, δεν αισθάνομαι ότι "διακόπτω" τίποτα, η ρουτίνα και το άγχος συνεχίζουν και με ακολουθούν όπου βρίσκομαι, και οι "διακοπές" μοιάζουν περισσότερο με διάλειμμα για καφέ, όπου κοιτάζεις διαρκώς το ρολόι σου για να ξέρεις πότε πρέπει να επιστρέψεις στη δουλειά.

Το κακό είναι ότι η ελεύθερη κατασκήνωση είναι παράνομη στην Ελλάδα, όπως ξέρετε, με αποτέλεσμα να ψάχνεις με το κυάλι για καμμιά καλή παραλία όπου δεν διώχνουνε, κι όταν τη βρίσκεις να είναι τίγκα στον κόσμο και δυστυχώς συχνά και στο σκουπίδι και στο σκατό, γιατί ακόμη πιο δυστυχώς πάρα πολλοί κατασκηνωτές δεν έχουν γνώση και παιδεία και δεν γνωρίζουν ή δεν θέλουν να εφαρμόσουν τον σωστό τρόπο κατασκήνωσης, δίνοντας τροφή στα επιχειρήματα των πολέμιων της ελεύθερης κατασκήνωσης.

Κι όμως είναι τόσο απλό, αρκεί να τηρείς πέντε βασικούς κανόνες:

1. Παίρνουμε πίσω μαζί μας όλα όσα πήγαμε εκεί.
Εδώ περιλαμβάνονται και τα σκουπίδια, που είναι τα υπολείμματα χρήσιμων αντικειμένων τα οποία κουβαλήσαμε χωρίς να βαρυγκομήσουμε, επειδή τα είχαμε αναγκη, επομένως αφού μπορέσαμε να τα κουβαλήσουμε προς τα εκεί, μπορούμε να τα κουβαλήσουμε και μακριά από εκεί, τώρα μάλιστα που έχουν ελαφρύνει - το μπουκάλι του νερού είναι άδειο και αν το τσαλακώσουμε ή το κόψουμε πιάνει λιγότερο χώρο, η κονσέρβα χωρίς το περιεχόμενό της είναι πούπουλο, το χαρτί της τυρόπιτας το καίμε στη φωτιά ή το πάμε πίσω στα σκουπίδια, δεν το αφήνουμε να "ανακυκλωθεί" γιατί μέχρι να συμβεί αυτό παραμένει και επιβαρύνει αισθητικά το χώρο, κ.ο.κ.
Ειδικά για καπνιστές: μαζεύουμε απαραιτήτως όλα τα αποτσίγαρα. Ένα άδειο κουτάκι αναψυκτικού ή πλαστικό μπουκαλάκι νερού με λίγη άμμο στον πάτο είναι ιδανικό για τη δουλειά αυτή. Το άδειο πακέτο των τσιγάρων επίσης βολεύει και χωράει και στην τσέπη. Ακόμη κι αν μοιάζει να μην έχουμε τίποτα για να φυλάξουμε τη γόπα, πάντα θα βρεθεί ένα χαρτομάντηλο να το τυλίξουμε. Στην έσχατη ανάγκη, τρίβουμε λίγο τον καπνό που απομένει και τον αδειάζουμε, ώστε να μπορέσουμε να φυλάξουμε το φίλτρο στην τσέπη και να το πετάξουμε σε κατάλληλο μέρος. Μοιάζει σπαστικό, αλλά οι άπειρες γόπες διάσπαρτες στην άμμο που κατά τόπους σχηματίζουν ως και λοφάκια, είναι πολύ πιο σπαστικές.

2. Φροντίζουμε η τουαλέτα μας να είναι αθέατη.
Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απομακρυνθούμε από το σημείο όπου κατασκηνώνουμε, όσο βαρετό και κουραστικό κι αν μοιάζει, γιατί αν χέζουμε δίπλα στη σκηνή μας, το σκατό θα ενοχλήσει πρώτα απ' όλους εμάς τους ίδιους. Σημαίνει επίσης ότι σκάβουμε απαραιτήτως μια τρύπα, κατά προτίμηση με ένα μικρό φτυαράκι κηπουρικής που θα έχουμε φροντίσει να πάρουμε μαζί μας, ή τέλος πάντων με ό,τι εργαλείο βρούμε πρόχειρο, έστω και με μια πέτρα ή με το πόδι μας, και ότι μόλις τελειώσουμε τη δουλειά σκεπάζουμε το σημείο καλά με χώμα και βάζουμε από πάνω δυο τρεις πέτρες ή ξύλα όρθια, ώστε να μην πάει κανείς άλλος και σκάψει εκεί. Τέλος σημαίνει ότι έχουμε μια σακούλα και μαζεύουμε τα χαρτιά, γιατί αν τα αφήνουμε εκεί αργούν πάρα πολύ να λιώσουν, ιδίως στα νησιά που δεν βρέχει συχνά, με αποτέλεσμα να καταστρέφεται το τοπίο.

3. Προσέχουμε πολύ στο άναμμα φωτιάς.
Αν οι συνθήκες δεν το επιτρέπουν, δεν ανάβουμε καθόλου φωτιά και δεν παραπονιόμαστε. Υπάρχουν κι άλλες απολαύσεις. Αν πάντως ανάψουμε, φροντίζουμε να μην φυσάει, να είναι σε μεγάλη απόσταση από δέντρα, να την έχουμε περιορίσει με ένα κύκλο από πέτρες ή χώμα, να έχουμε κοντά μας φτυάρι ή νερό ή και τα δύο για να την σβήσουμε, και ποτέ, μα ποτέ δεν αφήνουμε αναμμένη έστω και μια σπίθα χωρίς επίβλεψη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χαλαρώνουμε εκεί δίπλα να την πέσουμε για ύπνο φουσκωμένοι στις μπύρες.

4. Είμαστε διακριτικοί.
Βρίσκουμε ένα σημείο όπου η σκηνή μας και η εγκατάσταση γενικά δεν θα ενοχλεί κανέναν. Εδώ θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πολλούς παράγοντες, και δεν μπορώ να τους απαριθμήσω όλους. Γενικά πάντως, δεν στήνουμε ακριβώς πάνω στην παραλία ή σε άλλο δημοφιλές σημείο κοινής χρήσης (κάτω από το μοναδικό μεγάλο δέντρο όπου καταφεύγουν όλοι για σκιά το μεσημέρι, λόγου χάρη), αλλά λίγο πιο πίσω, δεν βάζουμε μουσική στη διαπασών ούτε κάνουμε άλλα πράγματα που μπορεί να ενοχλήσουν τους γείτονες, δεν επεκτείνουμε την εγκατάστασή μας με τάβλες και κοτρώνες ώσπου να γίνει σωστό κάστρο με αξιώσεις χρησικτησίας - λίγη κοινή λογική αρκεί εδώ.

5. Σεβόμαστε τους άλλους χρήστες του χώρου.
Εννοώ βέβαια τους άλλους κατασκηνωτές, κυρίως όμως εννοώ τους ντόπιους. Πάρα πολλοί κατασκηνωτές έχουν την τάση να θεωρούν το χώρο που εγκαθίστανται λίγο τσιφλίκι τους, αγνοώντας το γεγονός ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στην περιοχή όλο το χρόνο, χρόνια και χρόνια, έχουν μεγαλύτερη σχέση με το χώρο και έχουν δομήσει τη ζωή τους γύρω από αυτόν. Τη σχέση αυτή οφείλουμε να σεβαστούμε ώστε να έχουμε ευχάριστη διαμονή για μας και για εκείνους. Επίσης οφείλουμε να σεβαστούμε το δικαίωμα του καθενός να θέλει να απολαύσει τον χώρο όπως κάνουμε κι εμείς, ελεύθερα, και όχι να αναπτύσσουμε τακτικές του τύπου "ο παλιός είναι αλλιώς" ή "ο νέος είναι ωραίος" θέλοντας να επιβληθούμε. Οι καινούριοι μαθαίνουν από τους παλιούς τις ιδιαιτερότητες του χώρου, και οι παλιοί καλωσορίζουν τους καινούριους που συνεχίζουν την παράδοση.

Κι ένας έκτος κανόνας εκτός σειράς: χαρτείτε το όσο μπορείτε, είναι από τις πιο γνήσιες απολαύσεις που προσφέρει η ζωή.

Όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές, ελπίζω ότι θα βρίσκομαι ήδη με τη σκηνούλα μου σε κάποια παραλία, απολαμβάνοντας τη γαλήνη της φύσης.

Εύχομαι σε όλους σας να απολαύσετε τις δικές σας διακοπές όπως τις ονειρεύεστε.

Για όσους ενδιαφέρονται για ένα κίνημα υπέρ της ελεύθερης κατασκήνωσης, υπάρχουν οι Ηλιόσποροι και το Κίνημα για την ελεύθερη κατασκήνωση.

Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ Δ.Ο.Υ.

Πριν δυο εβδομάδες, πήγα εκδρομή στην Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου.

Βεβαίως δεν ήταν η πρώτη φορά που την επισκεπτόμουν. Η Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου είναι τακτικός κι αγαπημένος προορισμός μου εδώ και χρόνια. Από τότε που άνοιξα για πρώτη φορά λογιστικά βιβλία ως ελεύθερη επαγγελματίας, οι σχέσεις με τη Δ.Ο.Υ. έγιναν πιο στενές, αδελφικές θα έλεγα. Την ακολούθησα πιστά όταν μεταφέρθηκε στην άλλη πλευρά της λεωφόρου Κηφισίας (αν μπορούσα ας έκανα κι αλλιώς). Όσο τηρούσα βιβλία ως βιολόγος, τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα - τόσο εύκολα ώστε τώρα νοσταλγώ εκείνες τις αθώες εποχές, όταν νόμιζα ότι το να περνάω μια επιταγή το μήνα στα έσοδα και τίποτα στα έξοδα ήταν μπελάς. Τώρα πια που τηρώ βιβλία ως μεταφράστρια και πλανιέμαι ως άλλος Θησέας δίχως μίτο στο λαβύρινθο των περιοδικών δηλώσεων Φ.Π.Α., της παρακράτησης φόρου, της συγκεντρωτικής δηλώσεως πελατών-προμηθευτών, της συγκεντρωτικής δηλώσεως Φ.Π.Α. και των εντύπων Ε2, τώρα που στα βιβλία μου καταχωρώ εισπράξεις από διάφορους πελάτες που θέλουν διαφορετικού τύπου απόδειξη και που αγωνίζομαι να ξεχωρίσω τα πάγια έξοδα, τα έξοδα με δικαίωμα έκπτωσης και τα έξοδα άνευ δικαιώματος έκπτωσης, θυμάμαι τις εποχές εκείνες της αθωότητες με άπειρη τρυφερότητα. Ώρες ώρες μπαίνω στον πειρασμό να τα σκίσω όλα, να φορέσω ένα τομάρι λεοπάρδαλης (κληρονομιά του μπάρμπα του παππού μου που πήγε στο Χαρτούμ να κάνει την τύχη του) και να πάρω τα βουνά. Ποιος ξέρει - ίσως με ανακαλύψει κανένα ρηάλιτυ και κάνω κι εγώ την τύχη μου.

Παρεξετράπην και εξέφυγα από το θέμα μου. Το οποίο είναι η πρόσφατη εκδρομή μου στη Δ.Ο.Υ.

Όπως καταλαβαίνετε, αν ήταν ένας απλός περίπατος για την απόδοση του Φ.Π.Α. ή άλλη υπόθεση ρουτίνας, δεν θα το έκανα θέμα. Πηγαίνω τακτικά στη Δ.Ο.Υ. για τέτοια ζητήματα, και ειδικά στο τμήμα του Φ.Π.Α. έχω αναπτύξει στρατηγικές άμυνας. Όταν πλησιάζω στο γκισέ, αν δω ότι πρόκειται να εξυπηρετηθώ από μια συγκεκριμένη υπάλληλο που γνωρίζω καλά, προσποιούμαι ότι ξέχασα κάτι και ψαχουλεύω τα χαρτιά μου, προτρέποντας τον επόμενο να πάρει τη σειρά μου, γιατί ξέρω καλά ότι δεν θα βγω σώα αν καρφώσει πάνω μου το παγερό της βλέμμα. Κατέχει καλύτερα από κάθε άλλον την τέχνη του να σε κάνει να νιώθεις ένοχος, εγκληματίας, απατεώνας και ηλίθιος μαζί, με μια ματιά μονάχα. Κάποτε μάλιστα είχα την αναίδεια να της το πω ενώ έφευγα: "Τόσα χρόνια που έρχομαι εδώ, ένα χαμόγελο δεν έχω δει από σας, έναν καλό λόγο από το στόμα σας δεν έχω ακούσει". Για μια στιγμή το βλέμμα της έμοιαζε να σκληραίνει ακόμη περισσότερο (αν ήταν ποτέ δυνατόν κάτι τέτοιο), την επόμενη στιγμή όμως στράφηκε ατάραχη στον επόμενο.

Ναι, φίλοι μου, τέτοιες συγκινητικές στιγμές έχω ζήσει πολλές. Τώρα όμως επρόκειτο για κάτι εξαιρετικό, ξεχωριστό. Ο αγαπητός μου ομοκρέβατος σύντροφος, ελεύθερος επαγγελματίας όπως κι εγώ, αποφάσισε με λύπη του να κλείσει τα βιβλία του, να στερηθεί τη χαρά της τήρησής τους. Αφορμή γι' αυτό υπήρξε η πρόσφατη ακούσια άνοδός του στην ασφαλιστιή κατηγορία του φορέα του. Αναμφίβολα, ο Ο.Α.Ε.Ε. (πρώην Τ.Ε.Β.Ε. για τους παλιούς φίλους) αναγνωρίζοντας την αξία του θέλησε να τον τιμήσει με το αξίωμα της μεγαλύτερης κατηγορίας, φυσικά με την ανάλογη αύξηση στα ασφάλιστρα. Αλίμονο αγαπητοί μου αν δεν συμβάλαμε κι εμείς οικονομικά στην ίδια μας τη δόξα!

Επειδή ωστόσο ο καλός μου είναι άτομο σεμνό και ταπεινό, ένιωσε μονομιάς τεράστια αμηχανία με την τιμή που του έγινε, γεγονός που παρ' ολίγον να του προκαλέσει καταπληξία, με όλα τα επακόλουθα στην οικογενειακή μας ευτυχία. Κατόπιν λοιπόν ενδελεχούς σκέψεως και ενδελεχών διαπραγματεύσεων με το φροντιστήριο με το οποίο συνεργάζεται, αποφάσισε να μεταπηδήσει στο Ι.Κ.Α., ασφαλιστικό φορέα των ταπεινών και καταφρονεμένων, πιο ταιριαστό στην κοινωνική μας τάξη και το εύρος του πορτοφολιού μας. Τι τα θέλετε, αγαπητοί μου: αριστοκράτης γεννιέσαι, δεν γίνεσαι.

Αλλά ξεφεύγω πάλι και σας κουράζω. Το θέμα είναι ότι ο καλός μου έπρεπε να πάει να κάνει διακοπή ασκήσεως επαγγέλματος στην εφορία. Επειδή όμως ο καλός μου είναι αλλοδαπός, αισθάνεται ένα δέος για τις ελληνικές δημόσιες υπηρεσίες, απόλυτα δικαιολογημένο, νομίζω: ποιες άλλες υπηρεσίες είναι τόσο μεγαλειώδεις, τόσο υπερβατικές, τόσο απρόσιτες; Γνωρίζοντας λοιπόν πόσο μικρός κι ανάξιος ένωθε μπροστά τους, προσφέρθηκα να μεσολαβήσω εγώ για χάρη του. Ως ιθαγενής, είμαι περισσότερο εξοικειωμένη με τα τερτίπια αυτού του ιδιότροπου πλάσματος, και ξέρω καλύτερα πώς να εξευμενίσω την οργή του και πώς να εξασφαλίσω αν όχι την εύνοιά του, τουλάχιστον την ανοχή του.

Το εγχείρημα ξεκίνησε με δύο προκαταρκτικές επισκέψεις για αναγνώριση του εδάφους. Η απουσία ενός γραφείου πληροφοριών είναι προφανώς εσκεμμένη, ώστε να προσδίδει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στις συναρπαστικές αυτές εξερευνήσεις. Η πρώτη απέβη άκαρπη, διότι η ουρά στον Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων ήταν τέτοια, ώστε ακόμη και το λαοφιλές ξόρκι "μια ερώτηση θα κάνω μόνο" δεν απέφερε αποτέλεσμα. Το αντιξόρκι "κι εμείς για μια ερώτηση περιμένουμε" του αφαίρεσε μονομιάς όλες του τις μαγικές δυνάμεις. Η δεύτερη ευτυχώς στέφθηκε με επιτυχία, και αυτό γιατί είχα την εξυπνάδα να τη συνδυάσω με μια σοβαρότερη αποστολή, συγκεκριμένα τη θεώρηση ενός μπλοκ αποδείξων παροχής υπηρεσιών για τη δική μου επιχείρηση. Εκεί, καθώς περίμενα την υπάλληλο να εξετάσει εξονυχιστικά τα χαρτιά μου με καχύποπτο βλέμμα (εκείνο το σκληρό, άτεγκτο βλέμμα που, όπως όλοι ξέρουμε, κόβει κάθε διάθεση για φοροδιαφυγή και στον πιο πορωμένο εγκληματία), βρήκα ευκαιρία να ζητήσω πληροφορίες για το θέμα μου. Η καλή κυρία, αφού μου είπε τι θα χρειαζόταν να προσκομίσω στην υπηρεσία τους και μου τόνισε ότι θα χρειαζόμουν εξουσιοδότηση με γνήσιο υπογραφής θεωρημένο, με συμβούλεψε να απευθυνθώ και στο τμήμα μητρώου, απ' όπου θα έπαιρνα ένα έντυπο για διακοπή, θα το συμπλήρωνα και θα τους το προσκόμιζα.

Αφελώς νόμιζα ότι η προμήθεια του εντύπου θα ήταν κάτι το απλό, αλλά η παρουσία πλήθους φορολογουμένων που σχημάτιζαν μια ουρά ως έξω στη σκάλα προφανώς είχε επιφέρει κορεσμό στην εξυπηρετητική ικανότητα των υπαλλήλων, με αποτέλεσμα το αίτημά μου "μπορείτε σας παρακαλώ να μου δώσετε ένα έντυπο για διακοπή" να λάβει την παραδοσιακή απάντηση "περιμένετε κυρία μου στην ουρά δε βλέπετε ότι έχω δουλειά". Λόγω αδυναμίας περαιτέρω αναμονής μου εξαιτίας ανειλημμένων υποχρεώσεων, με λύπη μου αποχώρησα για να επανέλθω μιαν άλλη μέρα. Πράγμα καλό, διότι αν και το έντυπο της διακοπής μπορεί να το κατεβάσει κανείς μέσω διαδικτύου, τις ανεκτίμητες πληροφορίες του τρόπου συμπλήρωσης και των απαραίτητων δικαιολογητικών μόνον επιτόπου μπορεί κανείς να τις προμηθευτεί. Και αυτός προφανώς είναι ο λόγος για τον οποίον δεν έχουν τοποθετήσει τα έντυπα εκτός του γκισέ, ώστε να μπορεί να τα παίρνει καθένας χωρίς να τα ζητάει και να τους ενοχλεί.

Όταν ξημέρωσε η μεγάλη μέρα, εξοπλισμένη με όλα τα απαραίτητα σύμφωνα με τις πληροφορίες που με τόσο κόπο και μόχθο είχα αλιεύσει, κατέπλευσα στη Δ.Ο.Υ. στις οκτώμιση το πρωί - για να φύγω τρέχοντας. Οι ουρές των συμφορολογούμενων έφταναν ως έξω στο δρόμο, ξεκινώντας από κάθε πιθανή υπηρεσία, κυρίως δε από τις δύο που με ενδιέφεραν: Κώδικα και Μητρώο. Στο ερώτημά μου "γιατί περιμένετε;", ερώτημα με το οποίο ήλπιζα να ανακαλύψω την αιτία αυτής της κοσμοσυρροής, με την κρυφή ελπίδα ότι θα έληγε κάποια προθεσμία την οποία θα μπορούσα να αφήσω να περάσει, εφόσον δεν με αφορούσε, και να έρθω μετά με την ησυχία μου, οι απαντήσεις ήταν δυστυχώς ποικίλες. Καθένας είχε άλλο λόγο να βρίσκεται εκεί, και δεν μπόρεσα να καταλήξω σε συμπέρασμα ως προς το γιατί τόσος κόσμος. Ίσως η αιτία να ήταν τα περίπτερα, όπως είπε ένας κύριος, που έπρεπε να αποκτήσουν απαραιτήτως όλα ταμειακές μηχανές (σοφά τα μέτρα της κυβέρνησης, αμήν). Ίσως, όπως είπε μια κυρία, να έφταιγε το γεγονός ότι όλοι ήθελαν να τελειώσουν τις δουλειές τους πριν φύγουν για διακοπές. Όπως και να έχει, πήγα και ξανάλθα δυο φορές, και η κατάσταση παρέμενε αναλλοίωτη. Την τρίτη φορά λοιπόν πήγα προετοιμασμένη για να μείνω.

Οκτώ το πρωί, με βιβλίο και μπουκαλάκι με νερό, με άνετα ρούχα και χαλαρή διάθεση, ξεκίνησα την εκδρομή μου. Τα απρόοπτα ξεκίνησαν ήδη από το μητρώο, όπου με ενημέρωσαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν διακοπή, επειδή τα στοιχεία του καλού μου ήταν γραμμένα με ελληνικά στοιχεία, και όχι με λατινικά, ως όφειλαν. Όλοι οι αλλοδαποί, μου είπαν, οφείλουν να έχουν δηλώσει τα στοιχεία τους με γραμμένα με λατινικό αλφάβητο. Αφού με επέπληξαν για το σφάλμα αυτό (αγνοώντας την παρατήρησή μου ότι αν ήταν σφάλμα τότε θα ήταν μάλλον δικό τους, αφου εκείνοι δέχτηκαν την αρχική του έναρξη με τα στοιχεία του γραμμένα έτσι, καθώς και το συμπέρασμά μου ότι το μέτρο αυτό θα ήταν μάλλον πρόσφατο, γιατί τόσα χρόνια που πάμε εκεί πρώτη φορά το ακούμε), με ενημέρωσαν ότι θα έπρεπε πρώτα να κάνω αλλαγή των στοιχείων και μετά διακοπή. Για να γίνει αυτό, μου είπε μια κοπέλα με ξύλινη έκφραση, έπρεπε να τους προσκομίσω επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου του.

Επέστρεψα λοιπόν στην κατασκήνωση βάσης, πήρα το διαβατήριο, έβγαλα φωτοαντίγραφο, και πήγα στο Κ.Ε.Π. για επικύρωση. Εκεί, προς μεγάλη μου χαρά, έμαθα ότι δεν μπορούν να επικυρώσουν ξενόγλωσσα έγγραφα, ούτε γνωρίζουν ποιος μπορεί να το κάνει. Με τα χαρτιά παραμάσχαλα, ξαναπήγα στη Δ.Ο.Υ., όπου παρακάμπτοντας την ουρά με το μαγικό ξόρκι "ήμουν εδώ πριν κι έχω μια εκκρεμότητα", πλησίασα την κοπέλα που μου είχε ζητήσει το επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, και της εξέθεσα την κατάσταση. "Μα φυσικά και δεν μπορούν να σας το επικυρώσουν στο Κ.Ε.Π.", μου είπε με άφατη περιφρόνηση. "Στην αστυνομία μπορούν. Εκεί να πάτε." Εκείνη τη στιγμή επιχείρησα έναν ελιγμό: "Δημόσια υπηρεσία είστε, δεν θα μπορούσατε να το επικυρώσετε εσείς; Εδώ το έχω." Η κοπέλα, ενοχλημένη, μου απάντησε απότομα: "Έχετε το πρωτότυπο; Μα τότε δε χρειάζεται επικύρωση! Συμπληρώστε αυτό το έντυπο και περάστε από όλα τα τμήματα, και στο τέλος θα έρθετε ξανά εδώ να κάνουμε τη μεταβολή." Από λεπτότητα δεν θέλησα να της επισημάνω το γεγονός ότι ήταν αρκετά πιθανό να έχω το πρωτότυπο, μια που μάλλον από αυτό θα είχα βγάλει το αντίγραφο, ούτε να παρατηρήσω ότι θα μπορούσε να μου έχει πει εξ αρχής ότι μπορώ να φέρω είτε το ίδιο το διαβατήριο είτε ένα επικυρωμένο φωτοαντίγραφο. Ευχαρίστησα ενδόμυχα την έμπνευσή μου να κάνω την ερώτηση, πήρα το έντυπο και ξεκίνησα την περιήγησή μου στην Δ.Ο.Υ.

Η ομορφιά του δημοσίου, που στη Δ.Ο.Υ. βρίσκει μια από τις υψηλότερες εκδηλώσεις της, είναι ότι εφευρίσκει περιττές διαδικασίες για να προσφέρει στους πολίτες τη χαρά της συναλλαγής μαζί του σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό και για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Όταν κάποιος κάνει διακοπή ασκήσεως επαγγέλματος, πρέπει να περάσει από όλα τα τμήματα της Δ.Ο.Υ. προκειμένου να του βεβαιώσουν με σφραγίδες, υπογραφές και ξόρκια ότι δεν έχει καμμιά εκκρεμότητα πουθενά - ακόμη και σε τμήματα με τα οποία δεν συναλάσσεται. Για παράδειγμα, πρέπει να πας στο τμήμα του Φ.Π.Α., ακόμη κι αν το επάγγελμά σου δεν υπάγεται στο Φ.Π.Α., και να καθήσεις στην ουρά φυσικά όπως όλοι.

Δεν θα σας κουράσω, αγαπητοί αναγνώστες, με τετριμμένες περιγραφές. Άλλωστε η ανυπέρβλητη ομορφιά της συναλλαγής με το δημόσιο δεν μπορεί να χωρέσει σε λέξεις. Δεν θα εντρυφήσω στις ατέρμονες διαδρομές από υπηρεσία σε υπηρεσία για διασταύρωση στοιχείων και για επιβεβαίωση των προφανών. Θα σταθώ μόνο στην χαλαρωτική και επιμορφωτική αναμονή στον Κώδικα, όπου είχα την ευκαιρία να γνωρίσω ένα σωρό συμφορολογούμενους, με τους οποίους επί δυόμιση ώρες μοιράστηκα την διαλογιστική εμπειρία της αναμονής. Δεν έλειψε τίποτα, ούτε τα περιστατικά "μια ερώτηση θα κάνω" που οδηγούσαν σε πλήρη συναλλαγή εκτός ουράς, ούτε οι από μηχανής θεοί "να περάσουν μόνον όσοι είναι για θεώρηση" με τη λογική ότι η θεώρηση θέλει λιγότερη ώρα (και τελικά να παραμένουν μισή ώρα και βάλε μέσα), ούτε οι συγκριτικές μελέτες ("στη Δ.Ο.Υ. Πετρούπολης δεν έχει καθόλου κόσμο", "ναι αλλά στη Δ.Ο.Υ. Περιστερίου γίνεται χαμός, πού να σας τα λέω"), ούτε οι συζητήσεις οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού, ακόμη και φιλοσοφικού περιεχομένου, που ανοίγουν το πνεύμα και καλλιεργούν το χαρακτήρα. Δυστυχως, εκεί γύρω στη μία, η αναμονή μου έλαβε τέλος: εξυπηρετήθηκα από μια υπέροχα χαλαρή και ήρεμη κυρία, τόσο ήρεμη και χαλαρή ώστε γυρνώντας κάποια στιγμή σε μένα μου ζήτησε ένα έγγραφο που της είχα ήδη δώσει, απορρίπτοντας μεγαλόπρεπα την δειλή μου δηλωση ότι το είχε εκείνη στο γραφείο της, κι όταν εγώ μετά από μια στιγμή πανικόβλητης αναζήτησης θυμήθηκα μια κίνηση που είχε κάνει και την ρώτησα μήπως τυχόν ήταν στον κάλαθο των αχρήστων, αφού αρχικά απέρριψε μετά βδελυγμίας μια τέτοια σκέψη, κατόπιν επιμονής μου έσκυψε απρόθυμα και ανέσυρε από το καλάθι το πολύτιμο έγγραφο.

Ήταν ήδη μία και κάτι και στη μιάμιση όλα τα γραφεία έκλειναν για το κοινό, όταν βρέθηκα έξω από το γραφείο της διευθύντριας για μια τελευταία υπογραφή. Περιττό να πω ότι ο Μέγας Σκηνοθέτης είχε προβλέψει κάτι απρόβλεπτο για να προσθέσει suspense στην κορύφωση του δράματος: η διευθύντρια ήταν εκτός γραφείου, κανείς δεν ήξερε πού βρισκόταν, τους είχε πει ότι θα επέστρεφε σύντομα. Καθώς τα λεπτά περνούσαν, αναζήτησα κάποιον αντικαταστάτη της, ή τέλος πάντων έναν οποιοδήποτε άλλο τρόπο να εξυπηρετηθώ πριν κλείσει η υπηρεσία. Εννοείται ότι ήταν αδύνατον. Η διευθύντρια βρισκόταν εντός του κτιρίου, δεν είχε ορίσει αντικαταστάτη επειδή θα επέστρεφε σύντομα, έπρεπε να περιμένουμε. Κι επειδή το "σύντομα" είναι μια λέξη σχετική - τι είναι μια μέρα ενός φορολογούμενου πολίτη μπροστά στην αιωνιότητα μιας Δ.Ο.Υ.; - περίμενα εκεί μέχρι τη μιάμιση, όπου οι υπάλληλοι κλείδωσαν τις πόρτες, και μείναμε μέσα μόνον όσοι περίμεναν ακόμη να εξυπηρετηθούν.

Στις δύο παρά είκοσι η διευθύντρια ήρθε, έριξε μια φευγαλέα ματιά στο χαρτί που κρατούσα, έβαλε μια υπογραφή, μια σφραγίδα και ποιος ξέρει τι άλλα μαγικά σύμβολα, και προχώρησε στην επόμενη υπόθεση.

Βγαίνοντας από το κτίριο, προσπαθώντας να συναρμολογήσω τα κουρέλια του νευρικού μου συστήματος επαρκώς ώστε να οδηγήσω ως το σπίτι μου, αναρωτιόμουν πόσο αληθινά αναγκαία ήταν εκείνη η υπογραφή; Αφού οι υπάλληλοι όλων των τμημάτων που με αφορούσαν, ακόμη και των τμημάτων που δεν με αφορούσαν, είχαν κάνει έλεγχο, αφού η διευθύντρια δεν είχε τρόπο να ξέρει αν ο έλεγχος είχε γίνει σωστά και απλά εμπιστευόταν και επιβεβαίωνε τις ενέργειες των κατωτέρων της, τι νόημα είχε η υπογραφή της; Αναμφίβολα όμως ήταν κορυφαίας σημασίας και ανυπολογιστης αξίας, διαφορετικά η υπηρεσία, εν τη σοφία της, δεν θα είχε αποφασίσει ότι πρέπει οπωσδήποτε να την εξασφαλίσω.

Την επομένη το πρωί επανέλαβα την εξόρμησή μου, αυτή τη φορά όμως επισκέφθηκα μόνο το μητρώο - όπου φυσικά περίμενα πάλι στην ουρά, διότι ως γνωστόν το "ήμουν εδώ πριν" ισχύει μόνο εντός της ίδιας μέρας. Προς μεγάλη μου λύπη, σε λιγότερο από μία ώρα είχα τελειώσει χωρίς προβλήματα, και είχε έρθει η ώρα να φύγω.

Πριν μπω στο αυτοκίνητο για να φύγω, στράφηκα για μια τελευταία ματιά πίσω μου. Η Δ.Ο.Υ. δέσποζε στο τοπίο, αδάμαστη, αγέρωχη, απροσπέλαστη. Καθώς απομακρυνόμουν ένιωθα κιόλας μοναξιά και νοσταλγία: και τώρα τι θα γινόμουν χωρίς Δ.Ο.Υ.;

Όλα αυτά θέλησα να μοιραστώ μαζί σας, φίλοι μου, καθώς και μερικά ακόμη.

Εχθές επισκέφτηκα ξανά τον αγαπημένο μου προορισμό, για άλλο λόγο αυτή τη φορά: για να μάθω αν θα μπορούσα να καθυστερήσω την πληρωμή κάποιου φόρου και τι συνέπειες θα είχε αυτό. Ουρές αυτή τη φορά δεν υπήρχαν. Απευθύνθηκα στο αρμόδιο τμήμα, όπου αφότου με έκαναν να νιώσω σαν κλέφτης με τον τρόπο τους, μου είπαν να ρωτήσω στο ταμείο αυτό που ήθελα. Στο ταμείο ήταν μια κοπέλα που δεν είχα ξαναδεί. Την ρώτησα αυτά που ήθελα, με φόβο ψυχής, με ταπεινότητα, περιμένοντας το γνωστό γαύγισμα με τη γνωστή απαξίωση και τη γνωστή ημιπληροφόρηση. Προς μεγάλη μου έκπληξη, μου απάντησε με ευγένεια, γλυκιά φωνή, πλατύ ειλικρινές χαμόγελο, και μου έδωσε όχι μόνο τις πληροφορίες που χρειαζόμουν, με τρόπο σαφή και κατανοητό (χωρίς να υπονοεί με το ύφος της ότι είμαι ηλίθια που δεν τις γνώριζα ήδη και ότι της μαυρίζω τη ζωή και της σπαταλώ τον πολύτιμο χρόνο της με τις ανόητες ερωτήσεις μου), αλλά κι επιπλέον πληροφορίες που θεώρησε ότι μπορεί να χρειαζόμουν, κι ας μην τις είχα ζητήσει. Την ευχαρίστησα θερμά, έκανα να φύγω, αμέσως όμως στράφηκα και της είπα: "Μπορώ να σας πω κάτι; Τόσα χρόνια που έρχομαι εδώ, πρώτη φορά μου μίλησε κάποιος με ευγένεια και χαμόγελο. Να είστε καλά."

Για μια στιγμή νόμισα ότι είχε ανατραπεί η τάξη του κόσμου.

Ευτυχώς, στο επόμενο γραφείο που βρέθηκα (γιατί φυσικά δεν θα μπορούσε να τελειώσει μια υπόθεση στη Δ.Ο.Υ. χωρίς να επισκεφτώ τουλάχιστον τρία διαφορετικά τμήματα), η κυρία που μου μίλησε είχε πέτρινο πρόσωπο, άκρες του στόματος στραμμένες μονίμως προς τα κάτω, και ύφος χιλίων βαριεστημένων καρδιναλίων. Επήγε η καρδιά μου στη θέση της. Το σύμπαν λειτουργούσε κανονικά.

Για τη στιγμιαία παρεκτροπή ευγένειας, μάλλον φταίει το καλοκαίρι.

Καλές διακοπές σε όλους μας!

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ

Πριν τρεις μέρες, πηγαίνοντας για μπάνιο στο Σχινιά, χτύπησα με το αυτοκίνητο ένα φίδι.

Όλα έγιναν πολύ γρήγορα: είδα μπροστά μου στο δρόμο κάτι μακρόστενο και καφετί, σαν κλαδί, μακρύ ίσαμε το χέρι μου περίπου. Καθώς πλησίαζα, σε μια στιγμή κατάλαβα ότι ήταν φίδι, κοίταξα τον καθρέφτη να δω αν μπορώ να βγω αριστερά, αλλά στην αριστερή λωρίδα ένα αυτοκίνητο πλησίαζε ολοταχώς. Πήγαινα πολύ γρήγορα, ο δρόμος εκεί είναι φαρδύς και ίσιος, δεν προλάβαινα να σταματήσω. Κράτησα σταθερή πορεία με την ελπίδα να περάσω από πάνω του χωρίς να το αγγίξω, αλλά τελευταία στιγμή το φίδι έκανε απότομα μεταβολή για να γυρίσει πίσω, και έπεσε πάνω στη ρόδα καθώς περνούσα, ενώ ταυτόχρονα το άλλο αυτοκίνητο με προσπερνούσε από αριστερά.

Το χτύπημα ήταν αρκετά αισθητό και με τάραξε πολύ. Στον καθρέφτη πρόλαβα να δω φευγαλέα το χτυπημένο ζώο. Η στενοχώρια που πήρα ήταν πολύ μεγάλη, βλέπετε έχω αδυναμία στα φίδια. Όλα τα ερπετά με συναρπάζουν, αλλά τρέφω ιδαίτερη συμπάθεια στα φίδια: με συναρπάζει η ομορφιά και η κομψότητά τους.

Θα ήθελα πολύ να είχα μπορέσει να αποφύγω το φίδι, ήταν κι αρκετά μεγαλόσωμο που σημαίνει ότι είχε ζήσει αρκετά χρόνια, ήταν κρίμα να φύγει έτσι άδοξα. Αφού όμως δεν το κατάφερα, αποφάσισα να γράψω δυο λόγια για τα ερπετά, σαν φόρο τιμής στο φίδι αυτό.

Κάτι που θέλω να κάνω πρώτα απ' όλα είναι να αποκαταστήσω τη φήμη των φιδιών. Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται τα φίδια και τα σκοτώνουν όπου τα δουν. Όμως τα περισσότερα φίδια είναι όχι απλώς ακίνδυνα αλλά και ωφέλιμα για τον άνθρωπο, επειδή τρώνε ζώα που οι άνθρωποι θεωρούν οχληρά, λόγου χάρη ποντίκια και αρουραίους. Τα μόνα επικίνδυνα φίδια στην Ελλάδα είναι οι οχιές.


Οχιά, vipera ammodytes.
Η φωτογραφία είναι από τη σελίδα του Ορειβατικού Συλλόγου Αριδαίας.

Υπάρχουν πέντε είδη οχιάς στην Ελλάδα από τα οποία στην ουσία μόνο το ένα είναι αρκετά κοινό ώστε να υπάρχει κάποια μικρή πιθανότητα να το συναντήσουμε. Η κοινή οχιά Vipera ammodytes έχει χαρακτηριστική εμφάνιση, όπως όλες οι οχιές, ώστε είναι εύκολο να την αναγνωρίσουμε και να την αποφύγουμε. Κάθε άλλο φίδι που μπορεί να δούμε στη χώρα μας είναι ακίνδυνο, παρά τις ιστορίες που μπορεί να ακούσετε από "ειδήμονες" και ντόπιους. Περισσότερες πληροφορίες για τα δηλητηριώδη φίδια της Ελλάδας θα βρείτε εδώ.


Το φίδι που χτύπησα κατά πάσα πιθανότητα ήταν ένα άκακο μέλος της οικογένειας colubridae, μια δεντρογαλιά, λόγου χάρη. Δεν το είδα αρκετά καλά ώστε να είμαι σίγουρη, άλλωστε δεν είμαι και πολύ καλή στην αναγνώριση.

Όταν ήμουν στο πανεπιστήμιο, σε κάποια εκδρομή είχαμε παρατηρήσει ερπετά, μεταξύ άλλων και μια δεντρογαλιά την οποία η καθηγήτρια μας είπε να αφήσουμε στη συνέχεια ελεύθερη. Με ντροπή μου ομολογώ ότι δεν την άφησα, αλλά την έχωσα στο σακίδιό μου και το πήρα σπίτι μου. Ήθελα πάρα πολύ ένα κατοικίδιο φίδι, και η αγορά φιδιού από pet shop ήταν έξω από τις οικονομικές μου δυνατότητες. Ήμουν ακόμη αρκετά μικρή και ανόητη για να νομίζω ότι η φύση μού ανήκει και ότι έχω δικαίωμα να διατηρώ ζώα στην αιχμαλωσία.

Η βασική δυσκολία μου ήταν το φαγητό. Τα φίδια ως γνωστόν θέλουν ζωντανή τροφή, και δεν μου ήταν εύκολο να πιάνω σαύρες και ακρίδες για το γεύμα. Κατέφυγα στον ωμό κιμά και τα κομμάτια μπριζόλας, τα οποία του τάιζα με το ζόρι βάζοντάς τα μέσα στο στόμα του, μια που δεν τα έτρωγε μόνο του. Το είχα μέσα σε ένα μεγάλο δοχείο πλέξιγκλας που είχε ξεμείνει από κάτι κατοικίδιες χελώνες (άλλη πονεμένη ιστορία αυτή - τις είχε μια φίλη, δεν τις ήθελε, τις φορτώθηκα εγώ, και κάποτε τις "απελευθέρωσα" στη λίμνη Μαραθώνα, για να μάθω χρόνια αργότερα ως εθελόντρια του Ελληνικού Κέντρου Περίθαλψης Άγριων Ζώων - το παλιότερο κέντρο περίθαλψης άγριας ζωής, σήμερα υπάρχει επίσης η Anima και η Αλκυόνη - ότι οι χελώνες αυτές δύσκολα επιβιώνουν στο εδώ περιβάλλον γιατί είναι τροπικά είδη, ορισμένες καταλήγουν στο κέντρο τραυματισμένες και γεμάτες παράσιτα, άλλες λιγότερο ή περισσότερο τυχερές εκπνέουν στη φύση, φαντάζομαι).

Κάθε τόσο το έβγαζα και το άφηνα να κάθεται πάνω μου. Το δεχόταν αδιαμαρτύρητα, υποθέτω ότι του άρεσε η ζέστη. Μου άρεσε να κάνω επίδειξη του γεγονότος ότι διατηρούσα κατοικίδιο φίδι, έφτασα ως το σημείο να το πάω κάποτε βόλτα σε ένα μπαρ. Μιαν άλλη μέρα το είχα στο σπίτι των γονιών μου, ήταν Πάσχα και είχαν έρθει συγγενείς και φίλοι για το παραδοσιακό αρνί, όταν το φίδι ξέφυγε από το χώρο όπου ήταν περιορισμένο και χάθηκε ανάμεσα στα πυκνά χόρτα του κήπου. Μαζί μ' έναν φίλο βγήκαμε κυνήγι, προσπαθώντας ταυτόχρονα να μην γίνει αντιληπτό από τους υπόλοιπους αυτό που είχε συμβεί, για να μην τρομάξουν αλλά και για να μην το τρομάξουν και το χάσουμε. Ευτυχώς βρέθηκε εύκολα.

Ευτυχώς, δυο τρεις μήνες αργότερα, συνειδητοποίησα ότι ταλαιπωρούσα άδικα το ζώο. Δεν είχαμε τίποτε κοινό, δεν είχε επιλέξει να ζει εκεί, δεν του πρόσφερα τίποτε και δεν μου πρόσφερε ούτε εκείνο τίποτε ουσιαστικό, πέρα από ικανοποίηση μιας ιδιοτροπίας, ενός απωθημένου και της ματαιοδοξίας μου. Το έχωσα λοιπόν πάλι στο σακίδιό μου και πήρα το λεωφορείο για το Χορτιάτη. Κατέβηκα στο τέρμα της διαδρομής, περπάτησα λίγο ώσπου βρέθηκα σε μια μικρή λιμνούλα, κι εκεί το έβγαλα και το απίθωσα χάμω.

Το φίδι έμεινε για μια στιγμή ακίνητο, ζυγιάζοντας μάλλον τη νέα κατάσταση. Δεν του πήρε πολύ: σε μια στιγμή γλίστρησε μέσα στο νερό κι άρχισε να κολυμπάει, με το κεφάλι του ορθωμένο, με όμορφες κυματιστές κινήσεις. Την εικόνα αυτή την κράτησα μέσα μου σαν μια από τις πιο όμορφες σκηνές της ζωής μου.

Αργότερα τελείωσα τη σχολή, πήρα το πτυχίο μου, και μετά η ζωή μου πήρε άλλους δρόμους. Δεν ασχολήθηκα με την ερπετολογία παρά μονάχα ερασιτεχνικά. Γνώρισα από κοντά τους αφρικανικούς χαμαιλέοντες της Πύλου, δουλεύοντας ως εθελόντρια της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας στην περιοχή, κι έγινα fan του χαμαιλέοντα. Γνώρισα ανθρώπους που έχουν ασχοληθεί πολύ με τα ερπετά και αργότερα έγινα μέλος της Ελληνικής Ερπετολογικής Εταιρείας και συνδρομήτρια του herpetofauna.gr, ενός ελληνικού portal με πληροφορίες για την ελληνική ερπετοπανίδα και ωραιότατο φωτογραφικό ευρετήριο.

Εξακολουθώ να βρίσκω τα ερπετά συναρπαστικά και πανέμορφα, τα φίδια ειδικά μου φαίνονται η επιτομή της χάρης και της αρμονίας, με το κομψό τουςσχήμα , την χορευτική τους κίνηση, τα άπειρα χρώματα και σχέδια. Ελπίζω να ξύπνησα αρκετά και το δικό σας ενδιαφέρον ώστε να τα δείτε με πιο φιλικό μάτι.

Κανονικά εδώ θα τελείωνε το ερπετολογικό αφιέρωμα, υπάρχει όμως και επίμετρο. Για καλή μου τύχη, είχα την ευκαιρία αν όχι να επανορθώσω τη ζημιά που έκανα στο φίδι, τουλάχιστον να την αντισταθμίσω στο μέτρο του δυνατού.

Σήμερα το πρωί, πηγαίνοντας πάλι στο Σχινιά, αυτή τη φορά στο τμήμα του δρόμου με τα σαμαράκια, που πηγάινει παράλληλα με την παραλία, πίσω από το δάσος, είδα από αρκετή απόσταση έναν μικρό σκούρο όγκο να κινείται αργά στην άσφαλτο. Σίγουρα χελώνα. Μείωσα ταχύτητα για να της δώσω χρόνο να περάσει, αλλά με το ρυθμό που πήγαινε, όταν την έφτασα ήταν στα μισά του δρόμου. Σταμάτησα μπροστά της με σκοπό να περιμένω, πίσω μου όμως έβλεπα να πλησιάζει ένα φορτηγό. Άναψα λοιπόν τα αλάρμ, κατέβηκα στα γρήγορα, την έπιασα και την έχωσα στα θάμνα, με την ελπίδα και την ευχή να της φύγει η διάθεση να διασχίζει δρόμους.

Καλό της δρόμο όπου κι αν βρίσκεται.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

ΙΔΡΥΣΗ ΕΝΩΣΗΣ ΑΘΕΩΝ

Τον Μάιο του 2010 ορισμένοι από τους συντελεστές του blog και του forum «Αθεΐα», προχώρησαν στην ίδρυση της Ένωσης Άθεων, μιας ένωσης προσώπων που έχει σκοπό την προώθηση της εκκοσμίκευσης της πολιτείας, της θρησκευτικής ελευθερίας, του ανθρωπισμού, του σκεπτικισμού, του ορθολογισμού, της κριτικής σκέψης και της αθεϊστικής οπτικής. Η ύπαρξη ενός φορέα με νομική υπόσταση μας επιτρέπει να επιδιώξουμε καλύτερα τους σκοπούς μας και να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας ως πολίτες.

Σήμερα 5-8-2010 τέθηκε σε λειτουργία η ιστοσελίδα της Ένωσης Άθεων στη διεύθυνση http://www.atheia.gr

Εκεί θα βρείτε αναρτημένο το καταστατικό και φόρμες εγγραφής για όποιον επιθυμεί να γίνει μέλος, καθώς και τα στοιχεία επικοινωνίας της Ένωσης. Η σελίδα θα εμπλουτίζεται σταδιακά με πληροφορίες για τις δράσεις της Ένωσης και άλλο σχετικό υλικό.

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ

Από καιρό θέλω να γράψω ένα άρθρο για την άθρησκη βάπτιση. Επιτέλους αποφάσισα να γράψω κάτι με αφορμή μια επιστολή που μου έστειλε το Χοχλιδάκι, την οποία και παραθέτω στη συνέχεια (έχοντας αφαιρέσει τις αναφορές σε προσωπικά δεδομένα και άλλα στοιχεία που δεν ήταν απαραίτητα), μαζί με την απάντησή μου.

---------------------------------------------------

Η επιστολή:

Πριν από λιγες μέρες παντρευτηκα φυσικά με πολιτικό γάμο εκ πεποιθησεως. Στο γάμο μου περάσαμε τόσο ωραία και διασκεδάσαμε χωρίς το κλασσικό πανυγύρι-μυστήριο που και αν μία στο απειροελάχιστο ήμουν ένθεη, και πάλι δεν θα ήθελα να παω εκκλησία. Ακόμα και οι δικοί μου, μου έβγαλαν το καπέλο γιατί τα έκανα όλα με αγάπη και μεράκι, καλεσμένοι στην κυριολεξία ήταν μόνο φίλοι και ήταν όλα τόσο ασυνήθιστα. Περάσαμε καταπληκτικά και το ζήσαμε και το χαρήκαμε.

Φυσικά έχουν φτάσει στα αυτιά μου τα σχετικά, ότι δεν θα μας βαφτίζει κανεις τα παιδιά ή ότι δεν είναι κανονικός γάμος. Στο πρώτο απαντάω ότι δεν θα βαφτίσουμε τα παιδιά μας και στο δεύτερο το κράτος, αν δεν πας να δηλωσεις το γάμο σου εκεί, ακόμα και βουδιστικός να είναι, δεν τον αναγνωρίζει, και στο κάτω κάτω προσωπική επιλογή είναι αυτά.

Σου γράφω επειδή είχες αναφερει πολλές φορες για τις ιδεες σου περί πολιτικής ονοματοδοσίας-τελετής και θα ήθελα να μου πεις, αν θες φυσικά, πώς το σκέφτεσαι.

Εγώ το σκεφτομαι ως εξης: κάλεσμα σε ενα απογευματινό τραπέζι-κοκτέιλ όπου ουσιαστικά το παιδί θα κάνει "γνωριμία" με φίλους που θες. Να μοιρασεις προσκλητήρια που να λενε π.χ. "με αφορμή τη γέννηση της κόρης / του γιου μας σας καλούμε στο γεύμα κ.λπ." και στο τελος να τους έχεις αναμνηστικά δώρα.

Σκέφτομαι επίσης το θέμα της νονάς Δεν εννοώ την κλασσική νονά που χρίζεται από την εκκλησία, αλλά έναν άνθρωπο που θεωρείς ότι το παιδί σου αξίζει να επενδύσει σε μία σχέση ζωής. Αν φτάσει εκείνη η ώρα, θα ήθελα να επιλέξω έναν τέτοιο άνθρωπο ή δύο, στο στυλ αν μας συμβεί κάτι εκείνοι οι άνθρωποι να μεριμνήσουν για το παιδί, φυσικά με τη συγκατάθεσή του. Το πώς θα τον/την/τους λεει το παιδί μου είναι ένα άλλο θέμα. Ξερεις καλύτερα από μένα ότι το σχολείο αναπαράγει αναπόφευκτα τα χριστιανικά πρότυπα και συμπεριφορές και ότι άλλα μπορεί να καταλάβει ένα παιδάκι 3 ετών και άλλα ένα παιδάκι 8.

Θα ήθελα να ακούσω και άλλες ιδεες τις οποίες μπορώ να μοιραστώ με φίλους που δεν θα με κρίνουν για τις επιλογές μου, απλά θα θέλουν ειλικρινά να μάθουν πώς βλέπω εγώ τα πράγματα ακόμα και ας μην σκεφτόμαστε το ίδιο. Χαίρομαι που υπάρχουν και αλλοι άνθρωποι εκεί έξω που δεν φοβούνται να μιλήσουν.

-----------------------------------------

Η απάντησή μου:

Πρώτα απ όλα σου εύχομαι να ζήσεις ευτυχισμένη με τον σύντροφό σου όπως το ονειρευόσαστε.

Το γράμμα σου μου έδωσε μεγάλη χαρά! Χαίρομαι που υπάρχουν άνθρωποι με κέφι, μεράκι και φαντασία, και δημιουργούν τις δικές τους παραδόσεις.

Αυτό που λες για τη νονά το έχω σκεφτεί κι εγώ. Έχω μάλιστα μια φίλη που είναι άθρησκη νονά για ένα παιδάκι, επειδή ακριβώς οι γονείς του δεν θέλησαν να το βαφτίσουν, ήθελαν όμως να έχει έναν άνθρωπο που θα είναι σαν δεύτερος γονιός, ένας κατ' επιλογήν συγγενής για το παιδί. Νομίζω πως είναι μια πολύ καλή ιδέα.

Να σου πω τώρα πως φαντάζομαι εγώ μια τελετή άθρησκης βάπτισης. Έχω διάφορες ιδέες από τις οποίες μπορείς να κρατήσεις ορισμένες ή και καμμία.

Στην αρχική εκδοχή που φαντάστηκα, υπάρχει κάποιος που συντονίζει την τελετή (το αντίστοιχο του ιερέα, ένας τελετάρχης ας πούμε). Τώρα όμως που το ξανασκέφτομαι, νομίζω ότι δεν χρειάζεται κανείς. Τη δουλειά του τελετάρχη μπορεί να την κάνει ο νονός μόνος του.

********************

Την τελετή την ονομάζω ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΜΑ.


Ο νονός, μόλις συγκεντρωθούν οι καλεσμένοι, φέρνει στο κέντρο της αίθουσας γονείς με μωρό και παπούδες αν υπάρχουν, και λέει δυο λόγια:

«Καλωσήλθατε στη σημερινή τελετή καλοσωρίσματος και ονοματοδοσίας. Το όνομα του παιδιού επιλέχθηκε από [τους γονείς / τη νονά / άλλο πρόσωπο] επειδή [εξηγεί λόγους]. Η ονοματοδοσία έγινε ήδη στο ληξιαρχείο. Σήμερα συγκεντρωθήκαμε για να καλωσορίσουμε αυτό το παιδί στον κόσμο, να ανακοινώσουμε το όνομά του, να το γνωρίσουμε και να μας γνωρίσει. Ας του προσφέρουμε όλοι τις καλύτερες ευχές μας και ας θυμόμαστε ότι τα παιδιά είναι το μέλλον. Όπως έγραψε και ο Χαλίλ Γκιμπράν:

Τα παιδιά σου δεν είναι παιδιά σου.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής για Ζωή.
Για τη ζωή τους είσαι το μέσον κι όχι η αρχή·
κι ας μένουν κοντά σου – δεν ανήκουν σε σένα.
Μπορείς να τους δώσεις την αγάπη σου,
όχι όμως και τις ιδέες σου,
γιατί ιδέες έχουν δικές τους.
Μπορείς να τους δώσεις μια στέγη στο σώμα τους,
όχι όμως και στην ψυχή τους,
γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο,
που εσύ δεν μπορείς να επισκεφθής
ούτε στα όνειρά σου.
Μπορείς να προσπαθήσης να τους μοιάσης,
μην προσπαθής όμως να τα κάνεις όμοιά σου.
Γιατί η ζωή δεν πάει προς τα πίσω
και δεν σταματά στο χτες.
Είσαι το τόξο απ’ το οποίο εκτοξεύονται τα παιδιά σου
σαν ολοζώντανα βέλη.
Κάνε, τοξότη, η σαΐτα που στα χέρια κρατάς να σημαίνει χαρά.

Χαλίλ Γκιμπράν,
Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο προφήτης».»

Μόλις τελειώσει παίρνει το μωρό αγκαλιά και λέει απευθυνόμενος προς τους παπούδες: «Αυτοί οι άνθρωποι και οι πρόγονοί τους άνοιξαν το δρόμο για να φτάσει σήμερα κοντά μας αυτό το παιδί. Του παραδίνουν τη σκυτάλη για να συνεχίσει την πορεία προς το μέλλον. Στο όνομα όλων των προγόνων του, στο όνομα όλων των ανθρώπων που παρευρίσκονται σήμερα εδώ, στο όνομα της ανθρωπότητας, καλοσωρίζω αυτό το παιδί στον κόσμο και του δίνω το όνομα [...]. Μακάρι να ζήσει μια ζωή δημιουργική, ελεύθερη και ευτυχισμένη. Από όλους εμάς, καλωσόρισες [...]. Μπορείτε να περάσετε τώρα να το καλοσωρίσετε ένας-ένας και να του δώσετε τα δώρα σας.»

Ο νονός παραδίνει το μωρό στους στους γονείς λέγοντας "να σας ζήσει, να το χαίρεστε, να το δείτε ευτυχισμένο".

Στη συνέχεια όλοι οι καλεσμένοι περνούν και χαιρετούν το μωρό και του προσφέρουν το δώρο τους. Εφόσον το μωρό είναι ήρεμο και ευδιάθετο, το βάζουμε να καθίσει στη μέση ενός μαλακού χρωματιστού χαλιού και του προσφέρουμε τα δώρα του να τα ανοίξει. Αν έχει κουραστεί ή εκνευριστεί εννοείται ότι το παίρνει κάποιος και το πάει παράμερα.
Αν το μωρό στη διάρκεια της τελετής κλαίει, το παίρνει η μαμά ή ο μπαμπάς ή κάποιος άλλος και στέκεται απλώς δίπλα στον νονό μέχρι να πει τα λόγια. Αν εξακολουθεί να κλαίει, αφήνουμε τη μαμά ή τον μπαμπά ή όποιον θέλει τέλος πάντων να κάνει ό,τι νομίζει για να το καθησυχάσει, και ολοκληρώνουμε την τελετή χωρίς αυτό. Σκοπός δεν είναι να το ταλαιπωρήσουμε αλλά να το καλοσωρίσουμε!
Μοιράζονται καρφιτσούλες, μπομπονιέρες, γλυκά (ό,τι μας αρέσει). Βάζουμε μουσική και συνεχίζουμε τη γιορτή όπως επιθυμούμε.

***********************

Αυτά έχω φανταστεί εγώ, βεβαίως με τον αντίστοιχο στολισμό που θέλει ο καθένας, λουλουδάκια και λοιπά. Αν εσύ έχεις κάποιες ακόμη ιδέες, πες τις μου!

Μια φίλη μου, η άθρησκη νονά που σου έλεγα, είχε την ιδέα να βάλουμε τους καλεσμένους να σταθούν σε ζευγάρια πίσω από τους γονείς, παίρνοντας συμβολικά τη θέση των παπούδων, προπάπων, προ-προπάπων κλπ, όση ώρα γίνεται η τελετή.
Μια άλλη φίλη μου πρότεινε την ιδέα να "συστήνονται" όλοι οι καλεσμένοι στο μωρό, λέγοντας "γειά σου [όνομα παιδιού], είμαι ο [όνομα καλεσμένου], που την πήρε από κάποιο μυθιστόρημα.
Εγώ είχα την ιδέα όσο διαρκεί η τελετή να στέκονται οι καλεσμένοι σε κύκλο γύρω από το μωρό με τους γονείς και το νονό.
Όλα αυτά βέβαια εξαρτώνται και από το τι επιτρέπει ο χώρος. Επίσης, το ποίημα μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι άλλο, και γενικώς το κείμενο αλλά και ολόκληρη η τελετή να προσαρμοστεί στις ανάγκες και τα γούστα του καθενός.

---------------------------------------

Εδώ τελειώνει ο διάλογος με την αναγνώστρια. Δεν έχω να προσθέσω τίποτε στα παραπάνω, μονάχα την ελπίδα πως όλο και περισσότεροι άνθρωποι θα έχουν το θάρρος να προτάξουν τις προσωπικές επιλογές τους έναντι της παράδοσης, το μέλλον έναντι του παρελθόντος, και να επιλέξουν να καλοσωρίσουν το παιδί τους στον κόσμο με τον δικό τους τρόπο.

Η δύναμη του παραδείγματος είναι πολύ μεγάλη. Στους περισσότερους ανθρώπους ούτε καν θα τους περνούσε από το μυαλό μια άθρησκη βάπτιση. Αν δεν γνωρίζεις ότι υπάρχει μια εναλλακτική, μια άλλη επιλογή, δεν σκέφτεσαι εύκολα να ξεφύγεις από την πεπατημένη. Αν το γνωρίζεις, μπορείς τουλάχιστον να το σκεφτείς. Και όσο πιο συχνά το βλέπεις, τόσο λιγότερο παράξενο και τόσο πιο οικείο θα φαντάζει.

Η άθρησκη βάπτιση είναι μια τελετή στα μέτρα του ανθρώπου, στα δικά μας μέτρα. Μια τελετή σχεδιασμένη από μας για μας, με αγάπη και σεβασμό για το παιδί. Μια τελετή όπου μπορούν να συμμετέχουν όλοι, ένθεοι και άθεοι, χωρίς να χρειαστεί κανείς να υποκριθεί κάτι που δεν πιστεύει. Το μόνο που χρειάζεται είναι φαντασία και απόφαση.

Αν κάποιος από εσάς το αποφασίσει, θερμά παρακαλώ, ας μας το πει!

Ας γίνει ένα ακόμη παράδειγμα για τους άλλους!