Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

ΑΣΥΜΦΩΝΙΑ

Πριν από τρεις περίπου μήνες συμμετείχα σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στο Συνιστολόγιο. Το θέμα δεν έχει σημασία. Όλοι οι συμμετέχοντες ήταν μορφωμένοι, σκεπτόμενοι, ευγενέστατοι και έξυπνοι. Οι απόψεις διέφεραν, τα επιχειρήματα έδιναν και έπαιρναν, η κουβέντα φούντωσε, πάντοτε ωστόσο μέσα σε πλαίσιο κοσμιότητας και σεβασμού. Κάποια στιγμή, όταν όλοι είχαν εξαντλήσει τα επιχειρήματα και την αντοχή τους, ξεφούσκωσε.

Και κάπου εκεί προς το τέλος, ένας σχολιαστής έγραψε τα εξής: «αυτή η συζήτηση – αν πραγματικά ήταν συν-ζήτηση, από κοινού αναζήτηση, και όχι παράλληλοι μονόλογοι – όχι μόνο δεν ολοκληρώθηκε, αλλά αν μείνει έτσι ξεκρέμαστη δεν θα έχει και τίποτε το σημαντικό να προσφέρει. Θα ’χουμε απλώς «ξεκαθαρίσει ο καθένας τις θέσεις του». Χρήσιμο, αλλά λίγο.»

Η κουβέντα αυτή με έβαλε σε μεγάλες σκέψεις. Αναρωτήθηκα, πραγματικά, ποιο το όφελος; Είχα συμμετάσχει στη συζήτηση με έντονο πάθος, είχα διαβάσεις τις απόψεις των άλλων με μεγάλο ενδιαφέρον, είχα προβληματιστεί και συλλογιστεί πολύ. Αλλά είχα συνδιαλλαγεί αληθινά; Είχα επιτρέψει στις γνώμες των άλλων να διαποτίσουν τη σκέψη μου; Είχα αλλάξει τοποθέτηση έστω και για μια στιγμή, έστω και μόνο για να δοκιμάσω την αίσθηση του κόσμου από μια νέα θέση;

Η αλήθεια είναι πως όχι.

Έκανα μόνο μία μικρή παραχώρηση σε ένα δευτερεύον ζήτημα, και αυτή ακόμη την έκανα μόνον διανοητικά, εγκεφαλικά – μέσα μου συνέχισα να αισθάνομαι ότι η αρχική μου θέση με εξέφραζε περισσότερο.

Όλους αυτούς τους μήνες κουβαλώ μέσα μου τη μνήμη αυτή και προσπαθώ να την επεξεργαστώ. Περιφέρομαι σε αυτό και σε άλλα ιστολόγια, διαβάζω, σκέφτομαι, σχολιάζω, ρωτώ και απαντώ. Και παρατηρώ τις αντιδράσεις μου, καθώς και τις αντιδράσεις των άλλων ιστολόγων και σχολιαστών, στις διάφορες συζητήσεις. Και βλέπω ότι λίγο έως πολύ όλοι το ίδιο κάνουμε.

Μπαίνουμε σε μια συζήτηση, έχοντας ήδη κάποιες προκατασκευασμένες ιδέες στο κεφάλι μας. Τοποθετούμαστε ως προς το θέμα σύμφωνα με τις ήδη διαμορφωμένες απόψεις μας. Κάθε φορά που συναντούμε μια άποψη αντίθετη με τη δική μας, σκαλίζουμε το μυαλουδάκι μας για να βρούμε επιχειρήματα υπέρ της δικής μας άποψης. Αν δυσκολευόμαστε πολύ, τότε αερολογούμε, απεραντολογούμε, αλλάζουμε το θέμα, ή «επιφυλασσόμαστε να επανέλθουμε».

Ποτέ μου δεν είδα κάποιον να αλλάζει γνώμη.

Και αναρωτιέμαι, τι νόημα έχει όλο αυτό; Τι νόημα έχει η παράλληλη παράθεση απόψεων αν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικό διάλογο, από συν-ζήτηση που λέει και ο παραπάνω σχολιαστής; Πέραν της ικανοποιήσεως ότι μπορέσαμε κι εμείς να πετάξουμε το λογάκι μας ανεμπόδιστοι (που είναι ομολογουμένως σημαντικό), ουδέν.

Υπερβάλλω, θα μου πείτε – και θα έχετε ίσως δίκιο.

Ωστόσο ελάχιστη συνεννόηση βλέπω. Και όχι μόνον στα ιστολόγια αλλά και αλλού. Καθένας παγιώνει τις απόψεις του κάποια στιγμή στη ζωή του - πώς άραγε; και πότε; - και στη συνέχεια τις περιφέρει αναζητώντας άλλους με ίδιες ή παρόμοιες απόψεις, και συναναστρέφεται με αυτούς. Ακόμη και όταν συζητά - ή προσποιείται ότι συζητά - με διαφωνούντες, αυτό που πραγματικά κάνει είναι ότι εδραιώνει όσο μπορεί καλύτερα τη δική του ήδη παγιωμένη άποψη. Σπάνια, σπανιώτατα ακούει πραγματικά τις απόψεις των άλλων, και ακόμη σπανιώτερα αλλάζει άποψη.

Δημιουργούνται έτσι ομάδες ομοϊδεατών, οι οποίες αν δεν απωθούν τους ετερόδοξους, τουλάχιστον τους αποθαρρύνουν. Εγώ η ίδια έχω αισθανθεί φοβερή αμηχανία κουβεντιάζοντας σε ιστολόγια και fora διαφορετικής ιδεολογίας και τοποθέτησης από τη δική μου. Οι συζητητές στην καλύτερη περίπτωση είναι συγκαταβατικοί και διακριτικά ειρωνικοί, ενώ στη χειρότερη ανοιχτά επιθετικοί. Υποθέτω ότι ανάλογα συναισθήματα αμηχανίας ίσως έχουν νιώσει σχολιαστές στο δικό μου ιστολόγιο, οσάκις εξέφρασαν απόψεις αντίθετες με αυτές που ευαγγελίζομαι εδώ.

Σε όλες τις ιστολογικές συζητήσεις που είχα από τότε μέχρι τώρα, μόνο μία φορά ήμουν πραγματικά ανοιχτή στα λεγόμενα του άλλου, και αυτό επειδή το θέμα το κατείχα ελάχιστα και ως εκ τούτου δεν είχα προκατασκευασμένη άποψη. Σκέφτομαι ότι είναι λογικό να έχει κανείς απόψεις, γνώμες, ιδέες – πως αλλιώς θα κινηθεί στον κόσμο, πώς θα κάνει επιλογές, πώς θα λάβει αποφάσεις; Είναι ίσως λογικό και το να μένει σταθερός στις απόψεις του, εφόσον μάλιστα έχει καταλήξει σε αυτές μετά από πολλή διερεύνηση και περίσκεψη.

Τι νόημα έχουν λοιπόν οι συζητήσεις;

Μία απάντηση ίσως είναι ότι με τον τρόπο αυτό σχηματίζουμε μια εικόνα για το είδος των απόψεων που κυκλοφορούν.

Μια άλλη απάντηση ίσως είναι ότι όσοι ενδιαφέρονται για κάποιο θέμα και δεν έχουν παγιωμένη άποψη μπορούν να διαβάσουν πολλές απόψεις, χωρίς αναγκαστικά να συμμετέχουν στη συζήτηση, ώστε να ενημερωθούν και να σχηματίσουν άποψη με τον τρόπο αυτό.

Μια τρίτη απάντηση ίσως είναι ότι ακόμη και όταν δεν συμφωνούμε ούτε αλλάζουμε άμεσα θέσεις, η συζήτηση μας βάζει σε σκέψεις, σε συλλογισμούς, και ενδέχεται μακροπρόθεσμα να αλλάξουμε άποψη.

Ίσως πάλι να θέλουμε απλώς να εκφραστούμε και να δούμε τις αντιδράσεις των άλλων, να δούμε κατά πόσον μπορούμε να συναντηθούμε, να βρούμε ένα κοινό πνευματικό έδαφος.

Στο κάτω-κάτω χρειάζεται στ’ αλήθεια να συμφωνήσουμε; Ή μήπως μπορούμε να συνυπάρξουμε αρμονικά και διαφωνούντες; Μήπως το κλειδί για τη συνεννόηση δεν είναι το να καταλήξουμε σε μια κοινή θέση, αλλά το να κατορθώσουμε να ζούμε μαζί, καθένας με το δικό του τρόπο, με τις δικές του απόψεις, δεχόμενοι και σεβόμενοι απόλυτα το δικαίωμα των άλλων να έχουν άλλες απόψεις;

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε, που έλεγε και η Μαρία Αλιφέρη;



Η οικοδέσποινα θα απουσιάσει για λίγες μέρες, οπότε αν ξεπέσουν τίποτε θερμόπληκτοι σχολιαστές κατά δω, ας συζητήσουν μόνοι τους μέχρι να επανέλθω (έτσι κι αλλιώς και να ήμουν εδώ, θα συν-ζητούσα πραγματικά;-)

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2008

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΛΩΣΣΑ - νεώτερα

Οι λάτρεις της αλήθειας και της ελληνικής γλώσσας μπορούν να ενημερωθούν ΕΔΩ για τα καυτά συγκλονιστικά στοιχεία που αποκάλυψε ακάματη ομάδα ερευνητών με κίνδυνο της πνευματικής της υγείας.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2008

Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ

Συνέβη να διαβάσω πρόσφατα δύο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις με παρόμοιο θέμα: τις απαράδεκτες συνθήκες εργασίας στις μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων και τους προμηθευτές τους. Η μία αναφερόταν στα Lidl, η άλλη στα Jumbo. Είμαι σίγουρη ότι αντίστοιχα ισχύουν για τα Ikea, τα Praktiker, και κάθε άλλη μεγάλη αλυσίδα που μας προσφέρει άφθονα, φθηνά, ελκυστικά, προσιτά προϊόντα, τα οποία καταναλώνουμε μετά μεγάλης ευχαριστήσεως.

Συχνά όταν ακούω να εκτοξεύονται κατηγορίες κατά ενός απρόσωπου "κεφαλαίου" ή ενός "κατεστημένου" ή μιας "βιομηχανίας" σκέφτομαι μα καλά, πού ζουν αυτοί οι άνθρωποι; Ποιος καταναλώνει τα αγαθά που παράγει αυτή η βιομηχανία; Ποιος κινεί το μηχανισμό αυτού του κεφαλαίου; Ποιος στελεχώνει τέλος πάντων αυτό το κατεστημένο;

Εμείς. Όλοι μας.

Ακούσια και ασυναίσθητα γινόμαστε τύραννοι στο όνομα της κατανάλωσης, ενώ η κατανάλωση γίνεται ο δικός μας τύραννος.

Όταν αγοράζουμε φτηνά ρούχα made in China, όταν επιλέγουμε φτηνό βίντεο made in Taiwan, όταν προσδοκούμε φτηνά σπίτια, φτηνά αυτοκίνητα, φτηνούς υπολογιστές. Για να έχουμε εμείς όλα αυτά τα αγαθά, απαραίτητα υποτίθεται για μια άνετη ζωή, κάποιοι άλλοι εργάζονται υπό άθλιες συνθήκες, ανασφάλιστοι, για ένα κομμάτι ψωμί. Και όχι πάντοτε στην Κίνα ή στην Ταϊβάν, αλλά και δίπλα μας.

Και τι κάνουμε γι' αυτό;

Όλοι αγανακτήσαμε με τα χαμηλά ημερομίσθια στη Μανωλάδα. Ποιος όμως έπαψε να αγοράζει φράουλες; Γυρισα όλη τη λαϊκή για να βρω φράουλες που να μην είναι Μανωλάδας. Στους τριάντα πάγκους, μόνον ο ένας ήταν από άλλη περιοχή. Και όλες οι νοικοκυρές ψώνιζαν αμέριμνα, γιατί στο κάτω-κάτω τι τις νοιάζει εκείνες; Μήπως είναι δουλειά τους να σιάξουν τα στραβά του κόσμου; Αυτά οφείλει να τα κάνει το κράτος! (αφήνω κατά μέρος που οι περισσότερες ίσως δεν ήταν καν ενήμερες).

Τα αντίστοιχα ισχύουν για το περιβάλλον. Κατακεραυνώνουμε τις βιομηχανίες που ρυπαίνουν - την ίδια στιγμή που καταναλώνουμε αφειδώς τα προϊόντα αυτών των βιομηχανιών.

Ας είμαστε σοβαροί. Αν θέλουμε να υποστηρίξουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα, αν θέλουμε να προασπίσουμε το περιβάλλον, οφείλουμε να περιορίσουμε την κατανάλωση. Οφείλουμε να είμαστε επιλεκτικοί ως προς αυτά που καταναλώνουμε: ποσότητα, ποιότητα, προέλευση, πραγματικό κόστος.

Δύσκολο;

Δύσκολο.

Εγώ η ίδια δεν το κάνω πάντα.

Ευτυχώς που βρίσκονται διάφοροι φίλοι ιστολόγοι και μου το θυμίζουν!

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2008

ΙΣΤΟΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ΜΕΡΟΣ 1ον

Εδώ και πολύ καιρό έχω ένα πρότζεκτ στο μυαλό μου: να κατασκευάσω διάφορα ιστολόγια όπου θα ανεβάσω έργα φίλων, αργότερα ίσως και δικά μου. Αφηγήματα, ιστορίες, νουβέλες, παραμύθια, αυτό που λέμε δηλαδή λογοτεχνία, μυθοπλασία, αλλά και ό,τι άλλο προκύψει.

Ξεκίνησα με την Ελληνική Κλώσσα (όχι δεν την έχω γράψει εγώ, ο συγγραφέας επιμένει να διατηρεί την ανωνυμία του, αλλά οι λίγοι εκλεκτοί γνωρίζουν την αλήθεια, χε χε χε), αν και δεν ήταν ολοκληρωμένη, επειδή τη θεώρησα επίκαιρη λόγω του Hellenic Quest. Νέα στοιχεία προστίθενται διαρκώς στο κείμενο, συμβάλλοντας στην ολοκληρωμένη τεκμηρίωση της διαχρονικής αξίας της γλώσσας μας!

Συνεχίζω τώρα σε τελείως διαφορετικό κλίμα, με ένα αφήγημα φαντασίας (ούτε αυτό δεν είναι δικό μου, αλλού ανήκουν τα εύσημα), το Fictum sapiens (Πλάσμα το σοφό). Είμαι τόσο δεμένη συναισθηματικά με αυτό το έργο, ώστε ότι και να σας πω εγώ θα είναι ψέμα. Διαβάστε το και σχηματίστε ιδία άποψη.

Το Πλάσμα το σοφό είναι η ιστορία ενός ανθρώπου πού ήθελε να πετάξει.

Ποιος από μας δεν θέλησε κάποτε να πετάξει; Να πετάξει με δικά του φτερά, όχι με τεχνητά μέσα; Άραγε μπορεί το όνειρο αυτό να γίνει πραγματικότητα; Μπορούν οι άνθρωποι να πετάξουν σαν τα πουλιά στους ουρανούς; Ή μήπως μπορούν να το κάνουν μόνο με τα φτερά της φαντασίας;

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Εξ αφορμής της πολύ ενδιαφέρουσας ανάρτησης του Αθανάσιου Αναγνωστόπουλου που μπορείτε να διαβάσετε εδώ, αποφάσισα να γράψω κι εγώ δυο λόγια για ένα θέμα που με απασχολεί εδώ και πολύν καιρό: τον τρόπο που αποκτάμε το επώνυμό μας.

Αντιγράφω εδώ την πρόταση που έκανα και σε σχόλιό μου στην παραπάνω ανάρτηση, με κάποιες προσθήκες:

Προσωπικά μου αρέσει πολύ η ιδέα να δίνεται ένα επώνυμο με ελεύθερη επιλογή των γονέων, να δηλώνεται κατά τη γέννηση και όχι εκ των προτέρων, χωριστά για κάθε τέκνο (προφανώς κανείς δεν εμποδίζει όσους θέλουν να συνεχίσουν να εφαρμόσουν την παράδοση), και μετά την ενηλικίωση να παίρνει καθένας ένα άλλο επώνυμο της δικής του επιλογής, που θα είναι και το οριστικό του επώνυμο ως ενήλικα. Τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο επώνυμο μπορεί να είναι οποιοδήποτε: της μητέρας, του πατέρα, του κουμπάρου, του αγαπημένου του κόμιξ ήρωα, του προέδρου των Ηνωμένων Εθνών. Θα ισχύουν κάποιοι περιορισμοί (που ήδη ισχύουν αν έχω καταλάβει καλά), όπως να μην είναι αριθμοί ή μαθηματικά σύμβολα, να μην υπερβαίνει ορισμένο μήκος κλπ.

Το επώνυμο θα μου άρεσε πάρα πολύ να ήταν ένα ουσιαστικό ή ένα επίθετο που να μας λέει κάτι για το άτομο αυτό, όπως γινόταν παλιά, και εννοείται ότι θα προτιμούσα να μην είναι γενική κτητική (όπως τα σημερινά γυναικεία επώνυμα) αλλά ονομαστική. Τα ονόματα θα έμοιαζαν κάπως σαν "Ελένη Ψηλή" ή "Κώστας Μαραγκός". Θα μπορούσε μια γυναίκα να λέγεται "Μαρίνα Ζωγράφος" (εννοώντας ότι η Μαρίνα είναι ζωγράφος) και όχι "Μαρίνα Ζωγράφου" (εννοώντας ότι ο πατέρας της λεγόταν Ζωγράφος).

Έτσι ξαναβρίσκει το χαμένο της νόημα η λέξη “επίθετο” ως συνώνυμο του “Επώνυμο”.

Εμένα, λόγου χάρη, το μικρό μου όνομα είναι “Μελάνη” και το επίθετό μου “Αόρατη”!