Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΜΠΛΟΓΚ ΑΡΓΕΙ

Αργεί όπως λέμε "κυριακάς και εορτάς αργεί" αλλά και όπως λέμε "αυτό το λεωφορείο βρε παιδάκι μου πολύ αργεί". 

Είπα να μην το κάνω σαν μερικούς άλλους - ονόματα δεν λέμε, υπολήψεις δεν θίγουμε - που δηλώνουν πομπωδώς ότι "δεν θα ξαναγράψουν" στο μπλογκ τους και μετά μας κατακλύζουν με σελίδες επί σελίδων. Αυτούς ας τους κρίνει ο υπέρτατος κριτής - δηλαδή εσύ, φίλε αναγνώστη.

Από την άλλη όμως, το να αφήσεις και τους αναγνώστες επί ξύλου κρεμάμενους - έστω, αυτούς τους δύο τρεις τακτικούς, όσο λιγότεροι τόσο σημαντικότερο να τους προσέχουμε για να έχουμε - δεν είναι ευγενικό. Για τούτο σας ενημερώνω ότι μάλλον θα αργήσω να ξαναγράψω. 

Πόσο θα αργήσω; Δεν ξέρω. Το μπλόγκιν είναι εθισμός, όπως ξέρετε όλοι όσοι μπλογκάρετε. Στην αρχή διστάζεις αλλά γουστάρεις, μετά πορώνεσαι, μετά κάποια στιγμή μπουχτίζεις, το παρατάς, το ξαναπιάνεις, σκέφτεσαι τους αναγνώστες σου που θα σε στερηθούν, σκέφτεσαι ότι είσαι και πολύ ψωνάρα αν νομίζεις ότι έχεις τόσους αναγνώστες που σκοτίζονται αν γράφεις ή όχι σε ένα διαδίκτυο γεμάτο με εκατομμύρια μπλογκ, σκέφτεσαι ότι έχεις κάτι σημαντικό να πεις, σκέφτεσαι πως ό,τι σημαντικό είχες να πεις το είπες, σκέφτεσαι ότι βάζεις κι εσύ τον κόκκο άμμου σου (είδατε σεμνότητα; ούτε καν λιθαράκι δεν είπα) στη διαμόρφωση του συλλογικού σώματος ιδεών της ανθρωπότητας, σκέφτεσαι ότι ώσπου να φτιάξεις παραλία με κόκκους άμμου θα ξαναβγεί το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι απλώς τελείωσες με αυτό και θες να πας παρακάτω.

Αλλά για να μην κάνω μεγαλόσχημες δηλώσεις - μεγάλη βούκα φάε, μεγάλη κουβέντα μη λες - και για να κρατάω ανοιχτό και ένα παραθυράκι από το οποίο θα μπορέσω αν θέλω να ξαναμπώ και να ποστάρω χωρίς να δίνω το δικαίωμα να σκεφτεί κανείς "εσύ δεν ήσουν που δεν θα ξανάγραφες;" δεν λέω ότι δεν θα ξαναγράψω (θου κύριε! μου αρέσει πολύ να γράφω, και να ήθελα να σταματήσω δεν θα μπορούσα) αλλά ότι θα αργήσω.

Θα αργήσω πολύ.
Ίσως πάρα πολύ.

Μην περιμένετε όρθιοι.
Κάντε καμιά βόλτα εδώ γύρω, όλο και κάπου θα με πετύχετε.

Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ο δικός μας θεός


Αφιερωμένο στο φίλο μου τον Ηλία που περνά δύσκολες ώρες μαζί με τη θετή πατρίδα του.
 Δεν μπορεί, θρήσκοι και άθρησκοι, κάπου θα συναντηθούμε.


1. Απόσπασμα από το αφήγημα Οι βρυκόλακες και δύο άλλες σημειώσεις: Σημείωση πρώτη του Βασίλη Βασιλικού, από το βιβλίο Οι ιμάντες, Νέα Σύνορα - Λιβάνης, Σεπτέμβρης 1978

Κι ακόμα η Χριστιανική θρησκεία αυτό πήρε να εκμεταλλευτεί. Εδώ πάνω στηρίχτηκε για νάβρει απήχηση. "Υπάρχει ζωή και μετά το θάνατο" δογμάτισε και τούτο σημαίνει: "Θα συνεχίσεις μυξερό σκουλίκι και πέρα απ' τον τάφο να έχεις συνείδηση της προσωπικότητάς σου, να είσαι κάτι το ξεχωριστό." Πανηγύρισε ο Εγωισμός μας τότε: "Ώστε δε θα χαθώ", αναφώνησε, "δεν θα γυρίσω στην Ανυπαρξία. Θα είμαι πάλι κάτι το ιδιαίτερο. Κάτι το ανόμοιο." Και με κατάνυξη: "Πιστεύω σε Σένα που υπόσχεσαι τη διατήρηση του Εγώ μου", είπε.

Κι εμείς οι άνθρωποι, μικρά μυξερά σκουλίκια, τόσο πολύ λογαριάζουμε το Εγώ μας, τρέχουμε τυφλά και ζαβλακωμένα πίσω από την υπόσχεση του επουράνιου καρότου.

Ως εκεί φτάνουμε μόνο;

Εγώ θέλω να ελπίζω ότι μπορούμε να φτάσουμε και παραπέρα.

Όλοι μας.

2. Απόσπασμα από το αφήγημα Πασχαλινό τρίπτυχο του Βασίλη Βασιλικού, από το βιβλίο Οι ιμάντες, Νέα Σύνορα - Λιβάνης, Σεπτέμβρης 1978

"Τι θέλεις να λατρεύεις θεούς που σου τους μπόλιασαν οι άλλοι με το ζόρι; Από άβγαλτο ακόμα, σε νανούριζαν με τον καλό Χριστούλη και την Παναγίτσα. Τώρα που μεγάλωσες κ' έχεις ένα δικό σου κριτήριο κοίτα το ξένο μπόλιασμα να δεις πως δεν ανήκει σε σένα. Δεν βγαίνει από δικό σου βίωμα. Γι' αυτό και δεν σε συγκινεί, δεν σε δυναμώνει, δεν το νιώθεις, δεν σε νιώθει. Οι θεοί πρέπει νάρχονται πλάι μας. Να ταυτίζονται με την υπόστασή μας. Να μας βοηθούν όταν πονάμε κι όχι να υπόσχονται Μέλλουσα Κρίση.

Κι αν λάχει ποτέ και κοιτάξεις κατάματα τον Θεό, τότε θ' αντικρύσεις μιαν άγνωστη δύναμη για σένα.

Τι θέλεις να πιστεύεις σε θεούς επίπλαστους από ανθρώπους χωρίς πίστη στον εαυτό τους;

Γιατί δεν λατρεύεις σαν θεό σου την Ασημίνα; Μόλις η σκιά της αχνή κι αβέβαιη ισκιώνει το νου σου τότε η Δύναμη του κόσμου ολόκληρου έρχεται και λουφάζει στο στήθος σου. Θέλεις να διαβάσεις τα ωραιότερα βιβλία. Να γράψεις τα πιο λεπτόχορδα ποιήματα. Μόνο με τη Σκιά της. Τέτοια δύναμη σου δίνει. Τόσα μεγάλα φτερά. Τι σε κρατά, τι σ' εμποδίζει να προσεύχεσαι σ' Αυτήν; Να! Το μεσημέρι σ' έσωσε, από μια βλακεία. Σε προστάτεψε. Γιατί, πες μου λοιπόν γιατί, ζητάς να λατρεύεις θεούς υπερφυσικούς, διογκωμένους, που ποτέ δεν μας συγκινούν, δεν μας πλησιάζουν;

Οι θεοί πρέπει να βγαίνουν απ' το χώμα. Οι θεοί πρέπει νάναι δικές μας προεκτάσεις. Εμείς να τους πλάθουμε και να τους γκρεμίζουμε κι όχι να μας τους μπολιάζουν άλλοι."

Κι ακόμα, θα πρόσθετα εγώ, να ξέρουμε ότι εμείς τους πλάσαμε και να το παραδεχόμαστε στον εαυτό μας και στους άλλους.

Έτσι ακόμη κι εγώ δέχομαι την οποιαδήποτε λατρεία. 
Γιατί έτσι ξέρεις τι αγοράζεις.
Σημείωση:

Τώρα εσείς που με διαβάζετε, θα νομίζετε ότι μ' αρέσει πολύ ο Βασιλικός. Η αλήθεια είναι πως μ' αρέσουν μερικά μόνο γραφτά του, αλλά μ' αρέσουν πολύ. Κι αν παραθέτω την πατρότητα των αποσπασμάτων είναι για λόγους τυπικούς, όχι για να λιβανίσω τον συγγραφέα, ας πούμε, ούτε για να δώσω αξία περισσή στο κείμενο, αλλά για να αποδώσω τα του Βασιλικού τω Βασιλικώ - εγκώμια, μομφές, αργύρια, ό,τι να 'ναι.

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΟΙ ΠΑΠΑΓΑΛΟΙ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ


Στα δεκαπέντε χρόνια που είμαι μέλος της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας έχω καταφέρει να αναγνωρίζω λίγα είδη πουλιών από την εμφάνιση και τη συμπεριφορά και ακόμη λιγότερα από τη φωνή τους. Οι επιδόσεις μου δεν είναι και σπουδαίες, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι έχω κι ένα πτυχίο βιολογίας και έχω απολαύσει εκπαιδευτικές εκδρομές με το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης στους περισσότερους μεγάλους υγροτόπους της Βόρειας Ελλάδας όπου διδάχτηκα επίσης να αναγνωρίζω αρκετά είδη πουλιών. Πελεκάνους και φλαμίνγκο τα ξεχωρίζει και τυφλός που λέει ο λόγος. Τους τρεις πιο κοινούς ερωδιούς με τα πολλά τους έμαθα. Τα χηνοπαπιά όμως παρέμειναν στο επίπεδο "α κοίτα μια πάπια!" και τα βουτηχτάρια, οι σκαλίδρες και τα παρόμοια στο επίπεδο "α κοίτα ένα πουλάκι". Μόνο την αλκυόνη ξεχωρίζω, από το χρώμα της που λέει και η διαφήμιση, από την διαπεραστική φωνή της και τα ξαφνικά χαμηλά πετάγματα πάνω από το νερό.

Αλλά τα πουλιά των υγροτόπων τα βλέπει κανείς στους υγρότοπους, και τέτοιους δεν έχει κοντά στο σπίτι μου. Έχει και άλλα εύκολα, πελαργοί λόγου χάρη, αλλά κι αυτοί κατοικοεδρεύουν μακριά από τη γειτονιά μου. Τα αρπακτικά για μένα χωρίζονται σε μικρά-μεσαία-μεγάλα, όπου τα μικρά συνήθως είναι βραχοκιρκίνεζα, τα μεσαία συνήθως είναι γερακίνες, και τα μεγάλα κάνας αετός στη χάση και στη φέξη, δηλαδή περίπου ποτέ. Γύπες και τέτοια είναι εύκολα αναγνωρίσιμα βέβαια, αλλά άντε να τα πετύχεις. Τα στρουθιόμορφα επίσης είναι όλα ίδια στα μάτια μου, με εξαίρεση τα σπιτοσπουργίτια, αν τα βλέπω από αρκετά κοντά. Εντάξει, υπερβάλλω, ξεχωρίζω και κάνα σκαρθάκι, ακόμη και κάνα φυλλοσκόπο, και βασιλίσκο άμα τον δω από κοντά λόγω χρωμάτων και μεγέθους. Ξεχωρίζω και τις σουσουράδες, λόγω ουράς και χρωμάτων.

Μετά είναι τα κοτσύφια και οι καρακάξες που ζουν ανάμεσά μας, τα χελιδόνια και οι σταχτάρες που γεμίζουν τον ουρανό το σούρουπο, οι αιγαιόγλαροι που όλοι βλέπουμε στις παραλίες διαρκώς και που ξεπέφτουν κατά τη γειτονιά μου όταν έχει κακοκαιρία, επειδή περνάνε από δω για να πάνε στη χωματερή να βρουν τίποτε να φάνε... ε αυτά πάνω κάτω. Άμα πάω καμιά εκδρομή στα πέριξ αλσύλλια μπορεί να πάρει το μάτι μου καμιά κίσσα, που την ξεχωρίζω από τα γαλάζια φτερά στο πλάι, και κάναν τσαλαπετεινό, με το λοφίο και τα ασπρόμαυρα φτερά στις άκρες. Κάποτε πέτυχα έναν σπίνο στην Πάρνηθα, αλλά δεν τον αναγνώρισα παρά μόνο αφού γύρισα σπίτι και κοίταξα το βιβλίο μου.

Φαντάζεστε λοιπόν τη χαρά και την ικανοποίησή μου όταν καταφέρνω να αναγνωρίσω ένα είδος πουλιού - οποιοδήποτε. Ένα παραπάνω φυσικά αν είναι ασυνήθιστο - και αυτό είναι. Ή μάλλον δεν είναι πια. Είναι πολύ συνηθισμένο σε χώρες μακρινές. Στη δική μας χώρα ζει μόνο μέσα σε κλουβιά. Ζούσε, δηλαδή, γιατί τώρα πλέον, εδώ και κάμποσα χρόνια, ζει κι ελεύθερο. Θες τα αμόλησαν τίποτε πονόψυχοι, θες τα παράτησαν τίποτε ανεύθυνοι, θες το έσκασαν μοναχά τους, θες λίγο απ' όλα - πάντως κατάφεραν να προσαρμοστούν και ζουν πλέον ελεύθερα εδώ, μάλιστα φωλιάζουν κιόλας, αναπαράγονται δηλαδή, κι έχει γεμίσει ο τόπος πλέον από δαύτα. Εγκλιματίστηκαν πλήρως, πήραν την ιθαγένεια, πολιτογραφήθηκαν - αφού τα αναφέρει πλέον και ο Οδηγός Πουλιών της Ελλάδας. 

Πρόκειται για έναν μικρόσωμο πράσινο παπαγάλο μεσαίου μεγέθους, απ' αυτά που οι άγγλοι λένε parakeet. Psittacula krameri το επιστημονικό του, ο οδηγός πουλιών το λέει Πράσινο Παπαγάλο στα ελληνικά. Πράσινος πράγματι, καταπράσινος μάλιστα, σαν φρέσκο φύλλο. Μόνο το κόκκινο ράμφος ξεχωρίζει. Τα αρσενικά έχουν και λίγο πορτοκαλί στο λαιμό, αλλά άντε να το δεις, ιδίως όταν πετάει. Αναγνωρίζεται πολύ εύκολα, πρώτον επειδή δεν έχουμε άλλους παπαγάλους στην Ελλάδα, δεύτερον από το ανοιχτοπράσινο χρώμα και τη μακριά λεπτή ουρά, κυρίως όμως από το χαρακτηριστικό του κρώξιμο. Εγώ τουλάχιστον έτσι τον παίρνω πρέφα πάντοτε: ακούω ένα οξύ λαρυγγικό κααα!, σηκώνω το κεφάλι, και να τος! 



Πριν λίγους μήνες, αρχές φθινοπώρου, έβλεπα τακτικά στη γειτονιά μου τέσσερις από δαύτους. Υπέθεσα ότι θα ήταν δύο ζευγάρια, τρέχα γύρευε όμως. Τους έβλεπα άλλοτε να πετάνε τριγύρω, άλλοτε καθισμένους σε δέντρα, άλλοτε όλους μαζί, άλλοτε τους δύο, άλλοτε έναν μονάχα. Ύστερα άρχισα να βλέπω έναν παπαγάλο, δεν ξέρω αν πάντα τον ίδιον ή άλλον κάθε φορά, σε δέντρα κοντά στις γραμμές του τραίνου, αρχικά προς Μαρούσι μεριά, κι ύστερα προς Κηφισιά. Τελευταία τον βλέπω σχεδόν πάντα όποτε πάω στο σταθμό του τραίνου στην Κηφισιά, κουρνιασμένο σε μια ψηλή λεύκα από την κάτω μεριά του σταθμού, σχεδόν αόρατο με το πράσινο χρώμα του μέσα στα φύλλα. 

Και κάθε φορά που τον ακούω και τον βλέπω, νιώθω την καρδιά μου να σκιρτάει.

Μου δίνει μεγάλη χαρά η παρουσία αυτών των παπαγάλων στην γειτονιά. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως επειδή τους αναγνωρίζω εύκολα και χαίρομαι. Ίσως επειδή είναι όμορφοι. Ίσως και για ιδεολογικούς λόγους. Μου αρέσει, βλέπετε, η ιστορία τους. Τους κουβάλησαν εδώ παρά τη θέλησή τους, αιχμάλωτους σε κλουβιά, για την αναψυχή των ανθρώπων. Ποιος ξέρει πόσοι και πόσο ταλαιπωρήθηκαν και υπέφεραν, ποιος ξέρει πόσοι πέθαναν στην πορεία αυτή. Όπως οι ιθαγενείς της Αγκόλα, το Κόνγκο, τη Σιέρρα Λεόνα, τη Σενεγάλη, έτσι κι αυτοί αιχμαλωτίστηκαν και μεταφέρθηκαν μακριά από την πατρίδα τους, έτσι κι αυτοί κατάφεραν να ελευθερωθούν, είτε με δικές τους προσπάθειες, είτε με τη βοήθεια ανθρώπων που πίστευαν στην ελευθερία, έτσι κι αυτοί έμειναν στον τόπο που βρίσκονταν και έφτιαξαν εκεί μια νέα πατρίδα, την έκαναν κομμάτι τους και έγιναν κομμάτι της, τόσο που να μην μπορεί κανείς πια να φανταστεί τη Βραζιλία ή τις Η.Π.Α. χωρίς νέγρους και τα πάρκα της Αθήνας χωρίς πράσινους παπαγάλους.

Οι παπαγάλοι αυτοί έχουν προσαρμοστεί θαυμάσια στη Μεσογειακή ζώνη αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Ζουν ελεύθεροι πλέον εδώ και χρόνια μέχρι την Αίγυπτο και το Ισραήλ προς νότον και μέχρι την Αγγλία προς βορράν. Για ακούσιοι μετανάστες τα πήγαν μια χαρά, δεν μπορείτε να πείτε!

Είπα παραπάνω ότι δεν έχουμε άλλους παπαγάλους στην Ελλάδα - αυτό δεν είναι απολύτως αλήθεια. Εκτός από τους πράσινους φίλους και συμπολίτες μας, υπάρχουν και οι Γκριζοπρόσωποι Παπαγάλοι, Myopsitta monachus, επίσης μεσαίου μεγέθους, επίσης πράσινοι αλλά με κίτρινο ράμφος και λίγο μπλε στην άκρη της φτερούγας, που έχουν θεαθεί σε λίγα πάρκα της Αττικής και ίσως φωλιάζουν πλέον κι αυτοί εδώ. 

Οι μετανάστες πληθαίνουν, αγαπητοί μου συμπολίτες. Ζουν ανάμεσά μας. Κάποιες συνθήκες συνέβαλλαν στο να βρεθούν εδώ, συνθήκες που βρίσκονται έξω από τον έλεγχό τους και τον δικό μας. Τώρα η πατρίδα μας είναι και δική τους, τώρα είναι κι αυτοί κομμάτι της πατρίδας μας. Μπορούμε να το αρνούμαστε και να αποστρέφουμε το βλέμμα, μπορούμε να τους αγκαλιάσουμε και να τους κάνουμε κομμάτι μας. 

Τι από τα δύο λέτε να δίνει μεγαλύτερη χαρά;

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ΠΡΟΣΕΥΧΗΣΟΥ ΡΕ!

Κάθε πρωί πηγαίνω το παιδί μου στο σχολείο. Πολλές φορές, καθώς επιστρέφω, ακούω στο προαύλιο τη διευθύντρια να φωνάζει:
- Στοιχηθείτε! Προσοχή! Ανάπαυση... προσοχή!
Ο θόρυβος καταλαγιάζει, οι φωνές σιγούν. Και ύστερα:

- Να έρθει κάποιος να πει προσευχή!
Τις περισσότερες φορές κάποιο παιδί πηγαίνει μπροστά σχεδόν αμέσως Καμιά φορά όμως τυχαίνει να μην ανταποκριθεί κανείς. Τότε ακούω:
- Ελάτε παιδιά! Άντε! Να έρθει κάποιος μπροστά! Δεν θα περιμένουμε όλη μέρα! Να έρθει κάποιος για προσευχή! Εμπρός, όχι όλο οι ίδιοι!
Και πάντα κάποιος πηγαίνει, δεν ξέρω πόσο αυθόρμητα διότι δεν έχω οπτική επαφή και δεν μπορώ να δω αν ας πούμε κάποια δασκάλα του κάνει νόημα ή το κοιτάζει με νόημα ή του λέει κάτι με φωνή όχι αρκετά δυνατή για να ακουστεί (η διευθύντρια μιλάει με μικρόφωνο ή ντουντούκα, ακούγεται σε μεγάλη απόσταση και πολύ δυνατά), όχι πως και η πίεση του συνδυασμού γήινης και επουράνιας εξουσίας από μόνη της δεν είναι αρκετή, με τη ντροπή, τις ενοχές και το φόβο που εμπνέει.
Και απαγγέλει τα γνωστά, πατερημωνοεντοισουρανοίς ή αναστασοϊησουσαποτουτάφου, αναλόγως την εποχή, και τα άλλα παιδιά στέκονται ήσυχα ή περίπου ήσυχα, "σεβόμενα τους συμμαθητές τους που προσεύχονται", κατά το προεδρικό διάταγμα που ρυθμίζει τα σχετικά θέματα, μεταξύ άλλων και την δέουσα συμπεριφορά κατά την πρωινή προσευχή.

Κι εγώ απομακρύνομαι και αναρωτιέμαι, είναι προσευχή τώρα αυτό; Είναι επικοινωνία με το θείο, είναι έκσταση, είναι πνευματική ανάταση; Αυτή είναι η ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος που λέει το Σύνταγμα; Όχι πως είμαι σύμφωνη και με το Σύνταγμα στο σημείο αυτό, αλλά και όσοι υποτίθεται ότι είναι, φαντάζονται ότι με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιείται ο σκοπός; Με την επιβολή, με την παπαγαλία, με τον καταναγκασμό; Ολοφάνερα όχι. Οπότε δύο τινά συμβαίνουν: είτε οι ιθύνοντες και ρυθμίζοντες τα θέματα αυτά δεν έχουν καμία συναίσθηση του τι γίνεται και νομίζουν ότι αυτό το πράγμα είναι προσευχή, είτε ο σκοπός στην πραγματικότητα είναι άλλος: να καταλάβουν εξ απαλών ονύχων όλοι οι Έλληνες πολίτες ότι η Ελλάδα είναι χριστιανική ρε! Σ' αρέσει δε σ' αρέσει! Δε σε ρωτήσαμε τι θες! Σήκω ρε και προσευχήσου! Κι εσείς οι άλλοι, μόκο!

Υπερβάλλω, θα μου πείτε, τα παιδιά απλώς βαριούνται. Φυσικά βαριούνται - και μαθαίνουν, μέρα τη μέρα, ότι είναι αξία ζωής να κάθονται ήσυχα παρόλο που βαριούνται, και να παπαγαλίζουν ακατανόητα πράγματα παρόλο που βαριούνται. Μαθαίνουν ότι δεν έχει σημασία τι πιστεύεις ή τι νιώθεις μέσα σου αλλά τι δείχνεις προς τα έξω. Μαθαίνουν ότι αυτό που μετράει για την κοινωνία δεν είναι η ουσία αλλά η επιφάνεια. Μαθαίνουν να υπακούν σε παράλογες εντολές για να τη βγάζουν καθαρή. Μαθαίνουν να παριστάνουν ότι πιστεύουν ένα σωρό κουραφέξαλα παρόλο που βγάζει μάτι ότι είναι παραμύθια, γιατί έτσι κάνουμε όλοι και έτσι γινόμαστε αποδεκτοί κοινωνικά. Και έτσι μεθαύριο βγαίνουν και αυτά στην κοινωνία ως ώριμοι πολίτες οι οποίοι μπορεί να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν στο χριστιανισμό, αλλά κάνουν θρησκευτικό γάμο, και βαφτίζουν τα παιδιά, και πάνε στην εκκλησία την ανάσταση, και δηλώνουν Χριστιανοί Ορθόδοξοι, γιατί Ελληνισμός και Ορθοδοξία είναι αξεδιάλυτα ενωμένα.

Απομακρύνομαι από το σχολείο με την ψυχή σφιγμένη, και σκέφτομαι, τι κάνουν στα παιδιά μας; Τα βάζουν σε καλούπια, τα ντρεσάρουν, τα κάνουν φανταράκια. Και τότε θυμάμαι τον Κυριάκο. Ο Κυριάκος ήταν μόνιμος αξιωματικός στο στρατό. Δεν θυμάμαι βαθμό, αυτά ούτε τα ξέρω ούτε τα συγκρατώ. Ας πούμε λοχαγός, έτσι για να διευκολύνουμε την αφήγηση. Ένα πρωί λοιπόν, την ώρα της προσευχής, έστησε τους φαντάρους στη σειρά και ρώτησε:
- Ποιος θέλει να πει προσευχή;
Μούγγα.
- Ποιος θέλει να πει προσευχή;
Σιγή ιχθύος.
- Θέλει κανείς να πει προσευχή;
Καμιά απάντηση.
- Τους ζυγούς λύσατε.
Οι φαντάροι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους.
- Είπα, τους ζυγούς λύσατε!
Δεν περίμεναν να το ξαναπεί. Έγιναν καπνός.

Λίγο αργότερα, ο ανώτερός του αξωματικός, ας πούμε ταγματάρχης και αν θέλει κανείς ας με διορθώσει, έστειλε να τον φωνάξουν.
- Τι ήταν αυτό που έκανες το πρωί; Γιατί δεν έκανες προσευχή;
- Δεν βγήκε κανείς να την πει, κύριε ταγματάρχα.
- Και γιατί δεν έβγαλες εσύ έναν;
- Πώς, κύριε ταγματάρχα; Αφού δεν προσφέρθηκε κανείς.
- Να τον διέτασσες!
- Να διατάξω κάποιον να προσευχηθεί, κύριε ταγματάρχα;
Εκεί ο ταγματάρχης κόλωσε λιγάκι. Ο Κυριάκος συνέχισε:
- Να τον διατάξω να κάνει σκοπιά, να τον διατάξω να πυροβολήσει, να τον διατάξω να κάνει αγγαρεία, αυτό μάλιστα. Αλλά πώς να τον διατάξω να προσευχηθεί; Αυτό είναι θέμα συνείδησης. Προσευχή με το ζόρι γίνεται;
Ο ταγματάρχης δεν έδωσε συνέχεια και το περιστατικό έληξε εκεί. Δεν γνωρίζω αν ο Κυριάκος επανέλαβε το εγχείρημα.

Καθώς λοιπόν απομακρύνομαι από το σχολείο, θυμάμαι την ιστορία του Κυριάκου. Τον συγκρίνω με τη διευθύντρια-λοχαγό "ανάπαυση-προσοχή-στοιχηθείτε-προσευχηθείτε" και αναρωτιέμαι κι εγώ, προσευχή με το ζόρι γίνεται;

Δεν γίνεται.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

ΕΚΠΤΩΣΕΙΣ


Ο Ηλίας ήταν πολύ χαρούμενος. Επιτέλους είχε κάτσει λίγη δουλίτσα, και αν ήταν τυχερός θα είχε και περισσότερη. Ένας ξάδερφός του συνεργαζόταν με μια τεχνική εταιρία που ήθελε να υποβάλλει πρόταση σε διαγωνισμό του δημοσίου και χρησιμοποιούσε εξωτερικούς συνεργάτες. Όμως ο ξάδελφος δεν προλάβαινε να βγάλει μόνος του τη δουλειά και του πρότεινε να συνεργαστούνε. Αν έπαιρναν τη δουλειά, ο ξάδελφος θα του έκανε πρόσληψη. Ο ίδιος τα είχε κλείσει τα βιβλία του εδώ και ένα χρόνο σχεδόν. Δεν έβγαιναν τα έξοδα, κάτι το ταμείο, κάτι οι φόροι αλληλεγγύης, κάτι ο φόρος επιτηδεύματος, το ένα το άλλο μαζεύονταν και δεν έβγαινε. Οπότε τώρα μόνο με αποδείξεις δαπανών μπορούσε να δουλέψει, ή μαύρα.

Το δείγμα έπρεπε να ετοιμαστεί σε τρεις μέρες, πράγμα που σήμαινε δώδεκα και δεκατέσσερις ώρες δουλειά τη μέρα, αλλά ποιος σκοτίζεται; Ιδίως όταν έχουν περάσει μήνες ολόκληροι χωρίς δουλειά, με τους απλήρωτους λογαριασμούς να στιβάζονται και την εφορία να καραδοκεί σαν όρνιο να της πετάξει κάνα κοψίδι από το υστέρημά του για να απομακρύνει το φάσμα της κατάσχεσης. Άσε που του είπαν ότι το δείγμα θα πληρωνόταν - ποιος πληρώνει δείγματα την σήμερον ημέραν; Ίσα ίσα που οι περισσότεροι την έχουν βρει την πατέντα, σπάνε τη δουλειά σε μικρά κομμάτια, τη στέλνουν σε διάφορους ως "δείγματα" για τα οποία φυσικά δεν τους πληρώνουν, και ολοκληρώνουν όλο το έργο έτσι. Αν πληρωνόταν το δείγμα λοιπόν, όσο λίγα και να ήταν, θα ήταν τυχερός. Αν έπαιρναν και τη δουλειά, ακόμη καλύτερα.

Έδωσε τον καλύτερο εαυτό του, και για να αυξήσει τις πιθανότητες να πάρουν το διαγωνισμό, αλλά και για να κάνει καλή εντύπωση στην εταιρεία. Πού ξέρεις, μπορεί να προέκυπτε κάτι άλλο στο μέλλον. Ύστερα το ξέχασε. Πέρασαν μήνες, αλλά δεν επιχείρησε επαφή: ήξερε πώς πάνε αυτά. Είχαν πει βέβαια ότι θα τον πληρώσουν, ωστόσο συμβόλαιο δεν υπήρχε, δεν μπορούσε να πιέσει, ούτε και τον συνέφερε. Αν και όταν το θυμόντουσαν, καλό θα ήταν, διαφορετικά ας πήγαινε στην ευχή. Ούτε το πρώτο απλήρωτο δείγμα θα ήταν, ούτε το τελευταίο. Όμως μια μέρα χτύπησε το τηλέφωνο: ήταν ο ξάδελφος, τον είχαν πληρώσει από την εταιρεία για το δείγμα και μπορούσε κι ο Ηλίας να πάει να πληρωθεί.

Σκάει λοιπόν μύτη στο γραφείο του ξαδέλφου ο Ηλίας μας, μέσα στην καλή χαρά!
- Καλώς τον! Έλα κάθησε, να σου πω τα νέα.
- Τι, μη μου πεις; Το πήραμε;
- Όχι ακόμα, είναι μεγάλη ιστορία. Πού να σ' τα λέω.Θα πιεις καφέ;
- Μπα, δεν προλαβαίνω. Έχεις κόψει απόδειξη;
- Ναι, ορίστε και τα χρήματα. Μας κράτησαν το είκοσι τοις εκατό, είπα μπας και το γλιτώναμε, αλλά...
- Εννοείται βρε, παρακράτηση, κανένα πρόβλημα. Για πες τώρα τι έγινε;
- Λοιπόν, το διαγωνισμό αρχικά τον χάσαμε, από μια μαλακία. Ο υπεύθυνος που ήταν να υποβάλλει την πρότασή μας άργησε να πάει, η προθεσμία έληγε στις 17 του μηνός στις 2 η ώρα, και όταν πήγε ήταν 2 και πέντε. Πήγαινε μπροστά το ρολόι της υπηρεσίας, λέει...
- Έλα ρε συ, δεν το πιστεύω! Μα στο δημοτικό είμαστε;
- Αυτό είπα κι εγώ, ούτε δωδεκάχρονο, άκου λέει το ρολόι... τέλος πάντων αποκλειστήκαμε. Αλλά δεν τελείωσε εκεί το πράγμα. Επειδή θέλουν οπωσδήποτε να πάρουν αυτούς, αλλά βέβαια δεν μπορούσαν έτσι όπως έγιναν τα πράγματα, άκου να δεις τι έκαναν: κήρυξαν το διαγωνισμό άγονο.
- Πώς, οπωσδήποτε; Δηλαδή...
- Ναι βρε, ήταν μιλημένο το πράγμα. Αλλά πήγε ο κόπανος και τα έκανε μούσκεμα. Τέλος πάντων προκηρύχτηκε ξανά ο διαγωνισμός τώρα. Θα τον πάρουμε σίγουρα, εννοείται. Τελειωμένα πράγματα. Δε χρειάζεται να κάνουμε κάτι άλλο, όπως είναι όλα θα τα υποβάλλουν.
- Δεν το πιστεύω ρε συ, σε τι χώρα ζούμε... μα τι πράγματα είναι αυτά;
- Ναι ρε συ, άστα, κι εγώ δεν το πίστευα.
- Έλα ρε, δεν το πιστεύω... κι εμείς σκοτωνόμασταν να κάνουμε καλή δουλειά! Και ήταν δοσμένο!
- Να σου πω κάτι; Μπορεί να κάναμε και την καλύτερη δουλειά εμείς, πραγματικά...
- Μπορεί, αλλά πού να το ξέρεις; Τέλος πάντων τώρα, τι να πω...
- Άστα βρε Ηλία, αφού όλα έτσι γίνονται στη Μπανανία που ζούμε, αφού τα ξέρεις...
- Ναι βρε παιδί μου αλλά... τέλος πάντων πάρε με άμα έχεις νεότερα. Για πότε είναι;
- Ου, αργεί ακόμα, έχει κάτι διαδικαστικά πρώτα... μετά το καλοκαίρι, θα σου πω άμα είναι.
- Καλά, μη σε κρατάω άλλο, τα λέμε. Γεια χαρά, ευχαριστώ.
- Εγώ σ' ευχαριστώ. Άντε, τα λέμε.

Και γύρισε ο Ηλίας μας σπίτι του, κατά λίγες δεκάδες (ούτε καν εκατοντάδες) ευρώ πλουσιότερος, και κατά πολύ προβληματισμένος. Γιατί ναι μεν είχε πει στον ξάδελφο να τον πάρει όταν έβγαινε η δουλειά, αλλά όσο περνούσε η ώρα, τόσο λιγότερο σίγουρος αισθανόταν... έπρεπε να δεχτεί ή όχι; Είχε δεσμευτεί στον ξάδελφο βέβαια, αλλά όταν έγινε αυτό, δεν ήξερε πώς είχαν τα πράγματα... νόμιζε ότι συμμετείχαν κανονικά στο διαγωνισμό, όχι ότι είναι στημένος. Τώρα που το ήξερε... ήθελε να το κάνει, ή όχι;

Η πρώτη σκέψη του ήταν, όχι.

Η δεύτερη σκέψη του ήταν, είσαι μαλάκας.

Η τρίτη σκέψη του ήταν, γαμώ την τύχη μου μέσα.

Πήρε τηλέφωνο τον κολλητό του τον Δημήτρη, αυτόν που επιστράτευε πάντοτε στα δύσκολα. Ο Δημήτρης το πήρε στην πλάκα:
- Προφανώς και θα το κάνεις. Πρώτον, αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνει κάποιος άλλος. Δεύτερον, δεν θα αλλάξεις εσύ τον κόσμο...
- Δημήτρη με προσβάλλεις τώρα. Πώς δεν θα αλλάξω τον κόσμο; Εγώ πιστεύω ότι θα τον αλλάξω. Μάλιστα ήδη τον έχω αλλάξει. Όχι πολύ, εντάξει, αλλά το λιθαράκι μου το βάζω...
- Εννοώ ότι δεν θα αλλάξεις τη συγκεκριμένη κατάσταση. Η δουλειά έχει ήδη δοθεί, ο βασικός ανάδοχος μάλλον ούτε καν θα πάρει είδηση την αποχώρησή σου, άσε που θα τα χαλάσεις και με τον ξάδελφο, γιατί θα τον αφήσεις ξεκρέμαστο και θα τρέχει να ψάχνει τελευταία στιγμή άλλο άτομο...
- Καλά, εντάξει, τον συγκεκριμένο δεν θα τον αλλάξω. Μπορώ όμως να αλλάξω γενικά την κατάσταση. Έστω λιγάκι. Αν καθένας μας έκανε το ίδιο, δεν θα βρίσκονταν άτομα να κάνουν ρουσφέτια, κι ίσως κάτι άλλαζε...
- Σιγά μην κάνουν όλοι το ίδιο. Δεν υπάρχει περίπτωση. Ούτε θα επηρεάσεις κανέναν. Ούτε που θα το πάρει χαμπάρι κανείς αυτό που θα κάνεις, σ' το λέω υπευθύνως. Κι όσοι το μάθουν, επειδή θα τους το πεις εσύ κι όχι αλλιώς, μαλάκα θα σε πουν.
- Αυτό, ομολογουμένως...
- Να σου πω και κάτι άλλο; Δεν το ζήτησες εσύ το ρουσφέτι. Εσύ πήγες να κάνεις μια δουλειά που σου πρότειναν. Την πρότειναν σε σένα επειδή σε ξέρουν και σε εμπιστεύονται, και δέχτηκες. Δεν ζήτησες εσύ να δώσουν τη δουλειά στην εταιρεία, άλλοι το έκαναν αυτό, εσύ δεν έχεις ευθύνη.
- Ρε συ Δημήτρη ξέρεις τι σκέφτομαι; Μπας και οι φρουροί στα στραδόπεδα συγκέντρωσης κάπως έτσι δικαιολούσαν μέσα στο κεφάλι τους αυτό που έκαναν; Δεν την έστησα εγώ τη μηχανή, εγώ είμαι απλό γρανάζι;
- Αμάν ρε Ηλία, δεν έχει σύγκριση! Άκου στρατόπεδα συγκέντρωσης! Κι άλλωστε δεν το ήξερες όταν δέχτηκες! Τι άλλαξε τώρα που το έμαθες;
- Αυτό ακριβώς, ότι το έμαθα. Πριν δεν το ήξερα, τώρα όμως το ξέρω. Πριν νόμιζα ότι συμμετέχω τίμια σε ένα διαγωνισμό, τώρα ξέρω ότι συνεργάζομαι με απατεώνες.
- Τα παραλές μου φαίνεται. Εγώ λέω να δεχτείς.
- Και πώς θα κοιμάμαι ήσυχος μετά; Πώς θα έχω ήσυχη τη συνείδησή μου;
- Ε κάνε και καμιά έκπτωση στη συνείδησή σου. Και να σου πω κάτι ακόμη; Προτιμώ να την κάνεις εσύ τη δουλειά, που είσαι κι ευσυνείδητος, παρά κάποιος ρεμπεσκές.
Ωραία, σκέφτηκε ο Ηλίας, δηλαδή μπορώ να είμαι και περήφανος τώρα...

Ρώτησε κάνα δυο γνωστούς ακόμη. Σε πολύ κόσμο δεν μπορούσε να το πει, μην το κάνουμε και βούκινο. Άλλωστε θα μπορούσε να εκτεθεί κι ο ξάδελφος, που δεν έφταιγε σε τίποτε, τουλάχιστον όχι άμεσα, αφού ούτε κι εκείνος το ήξερε από την αρχή. Ο Νίκος του είπε τα ίδια με το Δημήτρη και χειρότερα. Ο άλλος, ένας παλιός συμμαθητής που έμενε επαρχία αλλά κρατούσαν επαφή μέσω facebook, συμμερίστηκε τον προβληματισμό του.
- Σε καταλαβαίνω. Ούτε κι εμένα μ' αρέσει. Πριν από είκοσι χρόνια, αν μου είχε τύχει, θα είχα πει όχι. Σήμερα, δεν ξέρω πια.
- Εγώ ξέρω ένα πράγμα: ότι αν πω ναι, δεν θα ανέβω στην εκτίμησή σου.
- Ούτε και θα πέσεις.
- Αλλά ούτε και θα ανέβω. Ξέρω ότι δε θα μου το χρεώσεις, ότι θα καταλάβεις, είναι η κρίση, το οικονομικό...
- Δεν είναι τόσο αυτό. Είναι που σήμερα, άμα κάνεις τον τίμιο, όλοι θα σε πουν μαλάκα.
Αυτό είναι, σκέφτηκε ο Ηλίας. Πάντα ήταν λίγο έτσι, αλλά σήμερα είναι τελείως έτσι. Άμα κάνεις το σωστό, σε θεωρούν μαλάκα. Κανείς δεν πρόκειτα να το εκτιμήσει αν το κάνω. Ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω αν θα το εκτιμήσω.

Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο ο Ηλίας ψηνόταν σε αναμμένα κάρβουνα. Νόμιζε ότι θα ξεμπέρδευε εύκολα με την απόφαση, όμως δεν έγινε έτσι. Τη μία φανταζόταν ότι την έπαιρνε τη δουλειά και δεν έτρεχε τίποτα, έκανε καλή δουλειά, ένιωθε καλά με τον εαυτό του, μετά προέκυπταν κι άλλες συνεργασίες... με την ίδια εταιρεία; Και πώς θα ήξερε ότι δεν ήταν πάλι λαμογιές; Την άλλη φανταζόταν ότι αρνιόταν τη δουλειά και ήταν περήφανος, ένιωθε καλά κι ας ήταν άνεργος, κι ύστερα οι μέρες περνούσαν και άλλη δουλειά δεν ερχόταν, και το νοίκι έτρεχε και οι λογαριασμοί απλήρωτοι και η δόση του δανείου, και τα παιδιά να χρειάζονται καινούρια ρούχα, και η γυναίκα του να τον κοιτά με κείνο το βλέμμα οίκτου και κατανόησης, και οι συνάδελφοι να τον κοιτούν με κείνο το βλέμμα συμπόνοιας και απορίας, δεν πας καλά ρε φίλε...

Δεν ξέρει ο Ηλίας τι να κάνει.

Δεν ξέρει πια τι να σκεφτεί.

Δυο πράγματα γυρίζουν στο μυαλό του, ξανά και ξανά:

Το ένα είναι ο εαυτός του πριν ένα χρόνο, όταν ακόμη είχε τη δική του εταιρεία, πριν κλείσει τα βιβλία, και είχε υποβάλλει κι αυτός μια πρόταση σε διαγωνισμό του δημοσίου, κι είχε ρίξει τρελή δουλειά για μήνες, και είχε κάνει πολύ καλή προετοιμασία, και τελικά τη δουλειά την είχε πάρει άλλος. Πώς θα του φαινόταν αν μάθαινε ότι εκείνη η δουλειά ήταν δοσμένη και τσάμπα σκοτωνόταν στην προσπάθεια;

Το άλλο είναι ένα ποίημα της Ελένης Βακαλό που είχε διαβάσει στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Γ Λυκείου και του είχε κάνει εντύπωση. Θυμάται τον καθηγητή τους καθώς έκαναν την ανάλυση στην τάξη, πώς τόνιζε τα σημαντικά σημεία, πώς τους εφιστούσε την προσοχή στα διάφορα στάδια της μετάβασης του μικρού καλού ανθρώπου:


Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του vα πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις 

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε vα παίξει με τους άρχοντες

Αρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

~ ~ ~  ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος Θα σας πω πώς έγινε Έτσι είναι η σειρά Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε Τόσο πολύ λυπήθηκε που ύστερα φοβήθηκε Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα Τι τα θες τι τα γυρεύεις Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο Και καλύτερα να πούμε Ούτε πως τον έχω δει Και επειδή φοβήθηκε Έτσι συλλογίστηκε Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει; Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες Άρχισε λοιπόν και κείνος Από πάνω να χτυπά Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας Ελένη Βακαλό “Του κόσμου” (1978)

Διαβάστε περισσότερα στο: http://ithaque.gr/pws-egine-enas-kakos-anthropos/#.U3do93bUQ8k | Ithaque
Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος Θα σας πω πώς έγινε Έτσι είναι η σειρά Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε Τόσο πολύ λυπήθηκε που ύστερα φοβήθηκε Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα Τι τα θες τι τα γυρεύεις Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να ψυχοπονέσει τον καημένο Και καλύτερα να πούμε Ούτε πως τον έχω δει Και επειδή φοβήθηκε Έτσι συλλογίστηκε Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει; Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες Άρχισε λοιπόν και κείνος Από πάνω να χτυπά Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας Ελένη Βακαλό “Του κόσμου” (1978)

Κουίζ ηθικής: Ψηφίστε κι εσείς στη δημοσκόπηση κάτω αριστερά στο μπλογκ!
 (προσπάθησα να ενσωματώσω τη δημοσκόπηση στο ποστ, αλλά δεν τα κατάφερα).

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΜΕ ΚΑΘΕ ΣΕΒΑΣΜΟ

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου έγραψα διάφορα κακόγλωσσα περί αγίου φωτός και πιστών και άνοιξα το θέμα περί σεβασμού στα "θεία", το οποίο αναπτύσσω τώρα, όπως υποσχέθηκα.

Είναι πολύ διαδεδομένη, κοινωνικά καθιερωμένη θα έλεγα, η άποψη ότι "δεν πρέπει να θίγουμε τα ιερά και τα όσια", "δεν πρέπει να προσβάλλουμε τα θεία", "πρέπει να σεβόμαστε την πίστη", "πρέπει να σεβόμαστε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις". Ευτυχώς έχει αρχίσει και ακούγεται αρκετά πλέον και η άλλη άποψη, ότι δηλαδή δεν οφείλουμε κανένα σεβασμό στην πίστη, ούτε στις θρησκευτικές πεποιθήσεις, ούτε στα θεία, τα ιερά και τα όσια. Σεβασμό οφείλουμε στους συμπολίτες και συνανθρώπους μας. Σεβασμό οφείλουμε στο δικαίωμα να τρέφουν όποιες πεποιθήσεις θέλουν - όχι όμως στις ίδιες τις πεποιθήσεις αυτές καθαυτές.

Οι πεποιθήσεις, ακόμη και οι θρησκευτικές, είναι ιδέες. Βρίσκονται μόνο μέσα στο μυαλό των ανθρώπων - δεν είναι αυθύπαρκτες οντότητες, ούτε έχουν αυτοσυνείδηση και ευθιξία, για να χρήζουν σεβασμού. Αλίμονο αν δεν κάνουμε κριτική στις ιδέες, όσο κι αν αυτό προκαλεί αναστάτωση σε κάποιους. Αλίμονο αν περιορίσουμε την ελευθερία της έκφρασης επειδή ορισμένοι αισθάνονται τόση ταύτιση με τις ιδέες τους ώστε να μην μπορούν να τις διαχωρίσουν από τον εαυτό τους, και να νομίζουν ότι θίγοντας αυτές θίγουμε προσωπικά τους ίδιους. Αλίμονο αν θέσουμε κάποιες ιδέες στο απυρόβλητο, έστω και από τη σάτιρα, την ειρωνία ή και την προσβολή ακόμη, επειδή είναι προκαλούμε συναισθηματική αναστάτωση σε ορισμένους. Αφήνω κατά μέρος το πόσο υποκριτικό είναι να κάνουμε τόση φασαρία για τη σάτιρα και την προσβολή κατά ιερών και οσίων, όταν την ανεχόμαστε ήδη σιωπηρά χρόνια τώρα, με δεκάδες κωμικούς να σατιρίζουν τους παπάδες από σκηνής, με εκατοντάδες μασκαράδες ντυμένους σέξι καλόγριες και παπάδες τα καρναβάλια, με χιλιάδες ανέκδοτα για παπάδες, καλογέρους, χριστούς και παναγίες και θεούς ακόμη να κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα - αυτά δεν είναι προσβλητικά, δεν είναι υβριστικά, δεν είναι βλάσφημα; Ή μήπως απλώς είναι κοινωνικά οριοθετημένα ώστε να μην ενοχλούν βάσει μιας σιωπηρής συμφωνίας; Και αν είναι έτσι, πόσο τρομερό είναι να δεχτούμε ότι τα κοινωνικά όρια μπορούν και να μετακινηθούν, ώστε να μην υπάρχουν ιδέες και πεποιθήσεις "πιο ίσες" από άλλες;

Όταν μας ζητούν να σεβόμαστε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, στην πραγματικότητα αυτό που περιμένουν από εμάς είναι να αποσιωπούμε τις δικές μας πεποιθήσεις επί του θέματος. Να μην πούμε όλα όσα σκεφτόμαστε σχετικά με τις πεποιθήσεις αυτές, για να μην στενοχωρήσουμε τους φορείς τους. Να αποκρύψουμε τις απόψεις μας, να αποσιωπήσουμε τις ιδέες μας. Είναι όμως σεβασμός αυτό; Υποστηρίζω ότι είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι έλλειψη σεβασμού. Είναι υποτίμηση, είναι απαξίωση, είναι συγκατάβαση. Έτσι φερόμαστε στους τρελούς και στους ηλίθιους: δεν τους λέμε ότι αυτά που πιστεύουν τα θεωρούμε παλαβομάρες και βλακείες. Κάνοντάς το όμως αυτό, όχι μόνο δεν τους σεβόμαστε, αλλά τους τοποθετούμε ένα σκαλί χαμηλότερα από εμάς, περνιόμαστε για ανώτεροι πνευματικά και τους κατατάσσουμε σε μια βαθμίδα με την οποία απαξιούμε να συναναστραφούμε.

Ε λοιπόν όχι φίλοι μου, δεν θέλω να το κάνω αυτό. Δεν θέλω να απαξιώσω τους θρήσκους και θεϊστές συνανθρώπους μου υιοθετώντας μια υποκριτική συμπεριφορά. Δεν θέλω να παριστάνω ότι σέβομαι τις πεποιθήσεις τους: προτιμώ να σεβαστώ αυτούς τους ίδιους.

Αποσιωπώντας την άποψή μας, δίνουμε την εντύπωση ότι μάλλον συμφωνούμε. Βεβαίως δεν έχουμε δηλώσει ρητή συμφωνία, αλλά αφήνουμε περιθώριο να ερμηνευτεί η σιωπή μας κατά το δοκούν, και βεβαίως θα ερμηνευτεί όπως βολεύει τον καθένα: κατά πάσα πιθανότητα θα θεωρηθεί ότι συμμεριζόμαστε τις ίδιες απόψεις και οπωσδήποτε ότι δεχόμαστε ασμένως τις απόψεις του συνομιλητή μας. Πολύ πιο απίθανο είναι να θεωρηθεί ότι δεν έχουμε άποψη και ακόμη πιο απίθανο να θεωρηθεί ότι διαφωνούμε αλλά θεωρούμε καλύτερο να μην το δείξουμε - που είναι και η αλήθεια εν προκειμένω. Γιατί άραγε όμως θεωρούμε καλύτερο να κάνουμε την πάπια; Δύο λόγοι μπορεί να υπάρχουν: είτε επειδή φοβόμαστε την αντίδραση του συνομιλητή μας - πράγμα που μπορεί να ισχύει σε κάποιες καταστάσεις τύπου Ιράν και Αφγανιστάν αλλά θέλω να ελπίζω ότι δεν ισχύει στις συνήθεις κοινωνικές συναναστροφές της Ελλάδας του σήμερα - είτε επειδή τον θεωρούμε ανάξιο να συνομιλήσει μαζί μας. Θέλουμε στ' αλήθεια να επιδείξουμε τέτοια συναισθήματα; Θέλουν στ' αλήθεια οι θρήσκοι να τους αντιμετωπίσουμε έτσι; 

Εγώ πάντως δεν θέλω, και ελπίζω ούτε κι εκείνοι.

Διότι εγώ σέβομαι πολύ τους συνανθρώπους μου.

Σέβομαι την ευφυία τους, την αντιληπτική και την διαλεκτική τους ικανότητα, το δυναμικό τους για προσωπική ανάπτυξη. Σέβομαι επίσης τη γνώση και τη μόρφωσή τους, την καλλιέργειά τους, την επιθυμία τους για αυτοβελτίωση. Σέβομαι τους ίδιους ως ανθρώπους.

Και ακριβώς επειδή τους σέβομαι, τους λέω ειλικρινά τη γνώμη μου.

Για όλα τα θέματα.

Χωρίς εξαίρεση.

Και θέλω να μπορώ να τους λέω ειλικρινά ότι κατά τη γνώμη μου η πίστη στο μεταφυσικό, είτε αυτό λέγεται ζώδια, είτε νεράιδες, είτε φαντάσματα, είτε χριστός, είτε παναγία, είτε θεός, είναι δυνάμει επικίνδυνη, διανοητικά περιοριστική, παράλογη, αβάσιμη και ανάξια σεβασμού.

Με κάθε σεβασμό.


Υστερόγραφο:

Θα δώσω κι ένα παράδειγμα βγαλμένο από τη ζωή, για να μη νομίζετε ότι θεωρητικολογώ.

Έχω μια καλή φίλη η οποία βλέπει Λιακόπουλο. Μια μέρα λοιπόν μου έσκασε το παραμύθι ότι οι αρχαίοι έλληνες θεοί ήταν εξωγήινοι. Σε πρώτη φάση δεν πίστευα στ' αυτιά μου, λέω, δεν είναι δυνατόν, σοβαρά μιλάει; Σοβαρά μιλούσε. Μπλόκαρα, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Στο δικό μου μυαλό όλα αυτά είναι αυτονόητα μπούρδες τις οποίες προσπερνώ ασκαρδαμυκτί. Όμως στο δικό της είχαν βάση, και ήταν φίλη μου, άρα δεν μπορούσα να το αγνοήσω. Διότι αν το αγνοούσα, θα πρόδινα τη φιλία μας. Θα ήταν σα να της έλεγα ψέματα. Την άκουσα λοιπόν, δέχτηκα και να διαβάσω ένα σχετικό βιβλίο. Μάλιστα φίλοι μου, και το διάβασα στα σοβαρά, υπογράμμισα και τα σημαντικά σημεία. Και μετά όταν συναντηθήκαμε, της είπα τη γνώμη μου. Με επιχειρήματα - τα οποία δεν θα αναπτύξω τώρα εδώ - με ειλικρίνεια και σεβασμό.

Η φίλη αυτή είναι επίσης πιστή χριστιανή. Όταν ανέφερα μπροστά της, εδώ και  πολλά χρόνια, για πρώτη φορά το γεγονός ότι δεν πιστεύω, φρίκαρε. Δεν το περίμενα καθόλου, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο σημαντική ήταν η πίστη της για εκείνη. Δεν είναι βλέπετε καμιά θεούσα, αλλά ούτε και γιαλαντζί χριστιανή: πιστεύει στ' αλήθεια ότι ο Χριστός υπάρχει και νοιάζεται για εκείνη. Όταν λοιπόν είπα, ενώ τρώγαμε σε μια ταβέρνα με παρέα, ότι σκέφτομαι να αποστατήσω, έπαθε σοκ. Και τι είναι αυτά που λες, σκέψου την ψυχή σου, σκέψου καλά, γιατί θες να το κάνεις αυτό - αναστατώθηκε πολύ, κι εγώ το ίδιο, γιατί δεν περίμενα τέτοια αντίδραση. Αργότερα έγιναν κι άλλες συζητήσεις, κι ομολογώ ότι μπήκα στον πειρασμό να την παραμυθιάσω "για να μην την στενοχωρώ", που σημαίνει για να έχω ήσυχο το κεφάλι μου. Τι φιλία όμως θα είχαμε έτσι; Μια φιλία νερόβραστη, με περιορισμούς, όπου ένα κομμάτι μας θα έμενε πάντοτε απ' έξω. Μια φιλία λειψή, κολοβή. Προτίμησα να είμαι ειλικρινής μαζί της ως προς το τι πιστεύω και τι όχι και τι άποψη έχω για τη θρησκευτική πίστη, κι εκείνη φυσικά το ίδιο από την πλευρά της. Και είμαστε ακόμη φίλες, είκοσι χρόνια αργότερα.

Ειλικρίνεια και ευθύτητα δεν σημαίνει αναγκαστικά προσβολή και σκαιότητα. Μπορούμε να εκφραζόμαστε με ειλικρίνεια και σεβασμό ταυτόχρονα. Φυσικά υποστηρίζω ότι έχουμε δικαίωμα και να προσβάλλουμε, να χλευάσουμε, να κοροϊδέψουμε οποιεσδήποτε πεποιθήσεις - με τη διαφορά βέβαια ότι στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε τακτ, όπως λέει κι ο φίλος μου ο Idom.

Και τώρα περιμένω να έλθει να μου την πει, σαν καλός φίλος, με κάθε σεβασμό. :)

Τρίτη, 13 Μαΐου 2014

ΑΝΑΦΤΕ ΚΑΝΑ ΦΩΣ


Πιστή στις αρχές του μπλογκ μου, ανεπίκαιρη όπως πάντα, τώρα που η υπόθεση Νίκος Δήμου vs. Άγιο Φως κοντεύει να γίνει περσινά ξινά σταφύλια, κάθομαι κι εγώ να γράψω ένα αρθράκι με αφορμή όλα αυτά, να βγάλω κι εγώ τον αναγνώστη τον επιούσιο. Η κίνησή μου αυτή - του ετεροχρονισμένου σχολιασμού - θα ικανοποιήσει το δίχως άλλο όσους είναι της γνώμης ότι η Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι κατάλληλη στιγμή να συζητάμε για το Άγιο Φως.

Γεννάται βέβαια η εύλογη απορία, πότε είναι τέλος πάντων κατάλληλη στιγμή να συζητάμε για το Άγιο Φως; Το δεκαπενταύγουστο; Σε ανύποπτο χρόνο, όταν δεν το θυμάται κανείς και κανείς δεν θα ασχοληθεί με αυτά που γράφουμε; Γενικότερα πότε είναι η κατάλληλη στιγμή να συζητάμε για οτιδήποτε, φερ' ειπείν για τους υποψηφίους των εκλογών; Όταν έχουν τελειώσει και όλα έχουν καταλαγιάσει, για να μην θίξουμε την ευαισθησία κανενός με τα οιονεί προσβλητικά σχόλιά μας; Και τι γίνεται με τις αρχές της δημοσιογραφίας περί επικαιρότητας; Ή μήπως πρέπει και εδώ να γίνονται εξαιρέσεις λόγω θρησκευτικών φρονημάτων; Όποια κι αν είναι η απάντηση σε αυτό, εγώ σατανικά φρόντισα να είμαι εντάξει με όλους, διότι η ανάρτησή μου γίνεται μεν ετεροχρονισμένα, αλλά γίνεται προ της Πεντηκοστής, μέσα δηλαδή στο χρονικό διάστημα που τελεί εν ισχύ ακόμη το "Χριστός Ανέστη" και άρα υποθέτω εντός εμβελείας του Αγίου Φωτός. Δεν ξέρω πότε ακριβώς λήγει και πρέπει να αντικατασταθεί με φρέσκο -ξέρουμε σίγουρα ότι σε ένα χρόνο έχει λήξει, διαφορετικά δε θα μπαίναμε σε τόσα έξοδα και φασαρία να το ξαναφέρουμε - αλλά τι στην ευχή, ο Χριστός είναι ακόμη επί Γης, θα διατηρεί ακόμη και το φως μια τζούρα αγιοσύνη, δεν μπορεί!

Και τι θα πω δηλαδή τώρα εγώ για το Άγιο Φως που δεν ειπώθηκε ήδη; Μάλλον τίποτα - απλώς θα τα ξαναπώ, διότι επανάληψη μήτηρ μαθήσεως, τα λέμε τα λέμε μπας και κάτι περάσει μέσα σε κανένα κρανίο. Τα λένε πολλοί, με πρώτο και καλύτερο, καθώς λέγεται, τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Εφραίμ
(1766-1771) ο οποίος, όπως μεταφέρουν ορισμένοι, κατήργησε την τελετή της αφής διότι, σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του, την θεωρούσε "χειροποίητον μηχανουργίαν" και απάτη, αλλά φυσικά την επανέφεραν οι διάδοχοί τους. Άλλοι βεβαίως ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εκφράσθηκε έτσι ο Εφραίμ, ότι ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης και όσοι μας μεταφέρουν αυτή του την προφορική δήλωση είτε σφάλλουν είτε ψεύδονται. Πιθανόν. Αναρωτιέται ωστόσο κανείς, γιατί να το κάνουν; Οι άπιστοι δεν έχουν ανάγκη τη δήλωση ενός Πατριάρχη για να επιβεβαιώσουν την άποψή τους, και οι πιστοί δεν κλονίζονται με τέτοιες δηλώσεις. Εδώ ούτε καν με αποδείξεις δεν κλονίζεται. Άλλωστε τι αξία θα είχε η πίστη τους διαφορετικά;

Εμένα λοιπόν αυτό που με σοκάρει είναι το γεγονός ότι τρεις αιώνες μετά το διαφωτισμό, σε μια εποχή όπου η πρόοδος της επιστήμης έχει ρίξει φως σε πολλά μυστήρια του παρελθόντος, σε μια χώρα που διεκδικεί την αποκλειστικότητα της κληρονομιάς του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, που καμαρώνει ότι γέννησε όλους αυτούς τους φιλοσόφους που έθεσαν τα θεμέλια της επιστήμης, εξακολουθούν όχι απλώς να υπάρχουν αλλά και να επικρατούν κοινωνικά άνθρωποι που βγαίνουν και δηλώνουν στα σοβαρά ότι το Άγιο Φως πράγματι ανάβει θαυματουργά! Δεν είναι η τελετή της αφής που με ενοχλεί - οι τελετές έχουν πλάκα, αν και αν είναι να το κάνουμε, μάλλον προτιμώ κάτι πιο θεαματικό, τύπου Ζουλού ας πούμε - αλλά το γεγονός ότι ένα σωρό άνθρωποι, πραγματικά πιστεύουν ότι ανάβει χωρίς φυσικά μέσα. Και οι άνθρωποι αυτοί ζουν ανάμεσά μας, συναναστρέφονται μαζί μας, τα παιδιά τους πάνε σχολείο με τα δικά μας, οι ίδιοι ενδεχομένως να διδάσκουν κιόλας στο σχολείο των παιδιών μας, και μάλιστα ούτε καν το μάθημα των θρησκευτικών. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν άποψη, ψηφίζουν, πολιτεύονται, βάζουν και υποψηφιότητα και επηρεάζουν τα κοινά.

Άνθρωποι που παίρνουν στα σοβαρά ένα παραμύθι!

Με συγχωρείτε, αλλά αυτό τώρα πρέπει να το σεβαστώ; Αυτό πρέπει να προσέξω να μην τυχόν το θίξω; Μου λένε κατάμουτρα ότι το κεράκι μέσα στον Πανάγιο Τάφο, όπου ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων μπαίνει μόνος του  - και φυσικά δεν του κάνει κανείς σωματική έρευνα να δει αν κρατάει σπίρτα ή αναπτήρα, η σκέψη και μόνο θα ήταν ιεροσυλία, άλλωστε κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν βρίσκεται εκεί για να ελέγξει την αλήθεια των γεγονότων, όλοι βρίσκονται εκεί για να δεχτούν ό,τι τους σερβίρουν και να εκστασιαστούν - μου λένε δηλαδή ότι το κεράκι αυτό ανάβει μόνο του; Έλεος! Λίγο σεβασμό στη λογική μου!

Μα είναι ωραίο το συναίσθημα, θα μου που κάποιοι, να ακούς τις ψαλμωδίες,να νιώθεις την κατάνυξη, να βιώνεις τη μέθεξη, να βλέπεις μέσα στο σκοτάδι να αναδύεται το φως! Μόνο ωραίο; Εκπληκτικό φίλε μου! Ποιος λέει το αντίθετο; Αλλά το να τρως παράλληλα κουτόχορτο, εγώ προσωπικά δεν το βρίσκω καθόλου ωραίο και να με συμπαθάτε. Θέλετε τελετή αφής; Κάντε τελετή αφής. Είναι ανάγκη να παραμυθιάζεστε και ότι η λαμπάδα ανάβει ως δια μαγείας - και μάλιστα ούτε καν με ταχυδακτυλουργικά κόλπα, απλώς και μόνο επειδή βγαίνει ένας γενειοφόρος τύπος ντυμένος στα χρυσά και σας διαβεβαιώνει ότι έτσι έγινε; Πάτε καλά; Και δε σας φτάνει να παραμυθιαστείτε, αλλά θέλετε να σας παίρνουν και όλοι οι υπόλοιποι στα σοβαρά και να το σέβονται αυτό; Και σας να μην έφταναν όλα αυτά, θέλετε και να σας πληρώνουμε όλοι εμείς τα έξοδα για να έρχεται το καντηλάκι αεροπορικώς και να κάνουν καραγκοζιλίκια ένα τσούρμο κρατικοί αξιωματούχοι επί τη αφίξει του; Έλεος.

Θέλετε τελετή αφής; Κάντε τελετή αφής. Με φανφάρες και εφέ, αλλά με αυτοσυνείδηση και ειλικρίνεια. Αναγνωρίζοντας, στον εαυτό σας και στους άλλους, ότι όλο αυτό είναι μια τελετουργία στημένη από ανθρώπους για ανθρώπους, χωρίς "μεταφυσικές" παρεμβάσεις, με την έκσταση που πηγάζει από τη μέθεξη και μόνο (Λες και είναι λίγο αυτό... μα τις εστίν πλούσιος, αδελφοί μου; Ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος. Λίγη ταπεινότητα επιτέλους.). Πώς ειπατε; Δεν φτιάχνεστε αρκετά έτσι; Με συγχωρείτε φίλοι μου, αλλά αν θέλετε να φτιαχτείτε, υπάρχουν και κάτι ουσίες που προορίζονται γι' αυτό, και εκεί πάλι τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: ξέρει κανείς ότι τριπάρει και δεν κυκλοφορεί μετά διαλαλώντας δεξιά και αριστερά ότι είδε φώτα να ανάβουν θαυματουργά.

Θέλετε τελετή αφής; Κάντε τελετή αφής. Όπως κάνουν στη Ολυμπία όταν ανάβουν τη φλόγα. Με κατάνυξη και μουσικές και χιτώνες και ό,τι άλλο τραβάνε τα γούστα σας, αλλά με τη γνώση και τη συναίσθηση ότι η φλόγα ανάβει με φυσικό τρόπο. Λες και δεν είναι αρκετά θαυματουργό το λέιζερ, και τα σπίρτα ακόμη μη σας πω. Αλλά βέβαια, το "μεταφυσικό" άναμμα έχει άλλο γούστο... Πάει καλά, αλλά με δικά σας έξοδα παρακαλώ, και χωρίς να μου φουσκώνετε σαν παγώνια και να κάνετε σαν μωρό που του πήραν την καραμέλα μόλις κάποιος τολμήσει να σας πει τα πράγματα όπως είναι.

Τα είπε και ο φίλος μου Αντώνης Ανδρεάδης στο ιστολόγιο "Ο Κλόουν": Είμαστε σοβαροί;". Τα είπε και καλύτερα, διότι τα είπε πολύ πιο χύμα και χοντρά, έτσι που να σηκώνουν μηνύσεις βάσει του περίφημου πλέον νεκραναστημένου άρθρου του Π.Κ. περί βλασφημίας και καθύβρισης θρησκεύματος. Αρκετά χοντρά ώστε να θιχτούν ακόμη και οι πιο μετριοπαθείς και ανεκτικοί πιστοί, πόσο μάλλον αυτοί που θίγονται και μόνο από το γεγονός ότι δε νηστεύεις τη Μεγαλοβδομάδα για να τους κάνεις παρέα και δεν βάζεις στο ντουλάπι τις απόψεις σου για να μην τους χαλάσεις το κλίμα. Πες τα Αντώνη σε παρακαλώ, εγώ δεν τα λέω έτσι μη χαλάσω το χαμηλό προφίλ και φύγει καμιά τρίχα από τον κότσο μου, πες τα εσύ, να αγιάσει το στοματάκι σου.

Μα θα μου πείτε, είναι σωστό να θίγουμε το θρησκευτικό αίσθημα των συνανθρώπων μας; Είναι σωστό να τους προσβάλλουμε τα ιερά και τα όσιά τους; Δεν οφείλουμε, βρε αδελφέ, λίγο σεβασμό σε όλα αυτά;

Ε όχι, αγαπητοί μου, δεν οφείλουμε κανένα σεβασμό σε αυτά.

Αλλά τα περί σεβασμού θα τα πούμε στο επόμενο επεισόδιο.

Μέχρι τότε, ανάφτε κάνα φως.

Δεν αντέχω άλλο σκοτάδι.